Ομιλία 16ης Μαΐου 2012 στο Δ.Σ.Α.

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Ο ασάλευτος χρόνος της Ελληνικής Δικαιοσύνης εξήντα επτά κείμενα κριτικής 1880-2011», Επιμέλεια κ. Παναγιώτη Κ. Τσούκα, Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας

Καλησπέρα σας.

Ο κόσμος ρωτάει συνεχώς τι σημαίνει και κυρίως αν είναι δυνατόν να υπάρξει, 100% νίκη και για τα δυο διαφωνούντα μέρη με τη διαδικασία της Διαμεσολάβησης και θεωρώ ότι η καλύτερη απάντηση είναι η αναφορά της υπόθεσης των Ισραηλινών πορτοκαλιών. Ένα πλοίο καταπλέει στο λιμάνι του Λονδίνου φορτωμένο πορτοκάλια από το Ισραήλ. Για την παραλαβή του φορτίου παρουσιάζονται με τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα (φορτωτικές) δυο εταιρείες (η Tropicana Orange Juice και η G Wilkins & Sons) και διεκδικούν η καθεμία, ως νόμιμος κομιστής της δικής της φορτωτικής, ολόκληρο το φορτίο των πορτοκαλιών. Αμέσως κατατέθηκαν ασφαλιστικά μέτρα στο αρμόδιο δικαστήριο και από τις δυο εταιρείες, πλην όμως ήρθαν αντιμέτωπες με δυο σοβαρά προβλήματα. Τα πορτοκάλια σάπιζαν στα αμπάρια του πλοίου και υψηλές σταλίες πληρώνονταν για την παραμονή του στο λιμάνι, μέχρι να λυθεί το θέμα δικαστικά. Οι δικηγόροι των εταιρειών, ενήμεροι του νεοεφαρμοζόμενου στην Αγγλία θεσμού της Διαμεσολάβησης (1990), ζήτησαν τη βοήθεια ενός Διαμεσολαβητή, ο οποίος χωρίς καμία προσήλωση στο ποιος έχει επικρατέστερο δικαίωμα να παραλάβει το φορτίο, ρώτησε την κάθε εταιρεία γιατί ακριβώς ήθελε τα πορτοκάλια. Η Tropicana Orange Juice τα ήθελε για το χυμό τους, ενώ η G Wilkins & Sons για να φτιάξει μαρμελάδα από τον φλοιό τους. Νομίζω ότι καταλαβαίνετε πώς επιλύθηκε η διαφορά και ότι με τη διαμεσολάβηση και τα δυο μέρη πήραν ακριβώς αυτό που ήθελαν.

Αν η υπόθεση αυτή εξεταζόταν στο Δικαστήριο, ο Δικαστής θα αναζητούσε ποιος έχει ισχυρό τίτλο κυριότητας και σε αυτόν θα απέδιδε το φορτίο.
Αν η ίδια υπόθεση παραπεμπόταν σε Διαιτησία, η πιο πιθανή λύση θα ήταν ½ φορτίο ο ένας, ½  φορτίο ο άλλος.
Με τη διαδικασία της Διαμεσολάβησης όμως και οι δυο πλευρές πήραν 100% αυτό που ήθελαν. Και μην νομίσετε ότι αυτό είναι ένα ακραίο παράδειγμα, γιατί τέτοιες λύσεις που επιφέρουν 100% νίκη και για τα δυο μέρη συμβαίνουν αρκετά συχνά, κάτι που δεν μπορεί ποτέ να συμβεί με μια δικαστική απόφαση ή με την προσφυγή των μερών στη διαιτησία. Δανείζομαι από το βιβλίο, την περιγραφή από το κείμενο του Στάμου Παπαφράγκου (1897): «καλλιτέχνης προ της θύρας δικαστηρίου τινός της Γαλλίας εικόνισε δυο άνδρας, τον μεν όλως γυμνόν, τον δε απλούν μόνον χιτώνα περιβεβλημένον. Ο πρώτος παρίστα τον διάδικον τον απωλέσαντα την δίκην και τέλεον δια την διεξαγωγήν αυτής απογυμνωθέντα, ο δε δεύτερος τον νικήσαντα διάδικον, ού τινος εν τούτοις η κατάστασις δεν απέβη και πολύ βελτίων της του αντιδίκου αυτού.».

Αυτή η εικόνα αφορά το δικαστικό αγώνα, δεν έχει καμία όμως σχέση με τη διαμεσολάβηση. Τα διάδικα μέρη φεύγουν από τη διαδικασία με όλα τα ρούχα που ήρθαν και σίγουρα κανείς δε μένει γυμνός.

Ο θεσμός της Διαμεσολάβησης ουσιαστικά αποκρυσταλλώθηκε σαν ιδέα στις Η.Π.Α., το 1976 από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Χάρβαντ, Φράνκ Σάντερ, για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα του αμερικάνικου νομικού συστήματος, που χαρακτηριζόταν ως χρονοβόρο, φθοροποιό, δαπανηρό και αμφίρροπο (γνωρίσματα και του δικού μας νομικού συστήματος).

Ο νέος θεσμός άρχισε να διαδίδεται και σε άλλα μέρη, το 1989 στην Αυστραλία και στον Καναδά και το 1990 και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου έχουμε την ίδρυση του ADR Group και του CEDR.

Στην Ελλάδα, ο θεσμός της Διαμεσολάβησης αντιμετωπίστηκε με μεγάλη καχυποψία και οι συντελεστές της απονομής της δικαιοσύνης (νομοθέτης, δικαστές, δικηγόροι) την είδαν με μισό μάτι. Μόνο με την πίεση της Ευρώπης, μετά τη Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης [R (86) της 16.12.1986], εισάχθηκε ο δικονομικός θεσμός της απόπειρας για την εξώδικη Συμβιβαστική Επίλυση Ιδιωτικών Διαφορών και έγιναν δυο νομοθετικές προσπάθειες συμμόρφωσης, αρχικά με το νόμο 2298/1995 και στη συνέχεια με το νόμο 2479/1997. Δυστυχώς όμως η μορφή αυτή εξώδικης επίλυσης διαφορών στην ουσία παρακάμφθηκε/προσπεράστηκε με τη σύνταξη απλών πρακτικών αποτυχίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και χωρίς βέβαια να συμμετέχει στη διαδικασία το τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, που όριζε ο νόμος.

Στην Οδηγία, με αριθμό 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008,  καθορίζεται ότι «Ο στόχος της διασφάλισης καλύτερης πρόσβασης στη δικαιοσύνη, ο οποίος αποτελεί μέρος της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, θα πρέπει να περιλαμβάνει την  πρόσβαση στις δικαστικές, καθώς και τις εξωδικαστικές μεθόδους επίλυσης των διαφορών.  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, κυρίως όσον αφορά την ύπαρξη διαθέσιμων υπηρεσιών διαμεσολάβησης.
Με το νόμο 3898/2010 «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»  (ΦΕΚ   211, τ. Α’) και σε συμμόρφωση προς την προαναφερόμενη Οδηγία, εισήχθη πλέον και στην Ελλάδα ο θεσμός της Διαμεσολάβησης.

Τι είναι λοιπόν η διαμεσολάβηση;

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου, «Ως διαμεσολάβηση νοείται διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη μιας διαφοράς επιχειρούν εκουσίως να επιλύσουν με συμφωνία τη διαφορά αυτή με τη βοήθεια διαμεσολαβητή. Στην έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται η απόπειρα συμβιβασμού που γίνεται από τον ειρηνοδίκη ή το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης, σύμφωνα με τα άρθρα 208 επ. και 233 παράγραφος 2 ΚΠολΔ. γ) Ως διαμεσολαβητής νοείται τρίτο σε σχέση με τους διαδίκους πρόσωπο, από το οποίο ζητείται να αναλάβει διαμεσολάβηση με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ορίστηκε ή ανέλαβε να τελέσει την εν λόγω διαμεσολάβηση. Ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι δικηγόρος διαπιστευμένος ως διαμεσολαβητής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7. Αν πρόκειται για διασυνοριακή διαφορά κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ του παρόντος άρθρου, τα μέρη μπορούν να ορίσουν διαπιστευμένο διαμεσολαβητή που δεν έχει τη δικηγορική ιδιότητα.». Σε διαμεσολάβηση μπορούν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου (αστικές και εμπορικές υποθέσεις) με συμφωνία των μερών, αν αυτά έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, να μπορούν να κάνουν συμβιβασμό. Συνεπώς δεν υπάγονται φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή υποθέσεις ευθύνης του κράτους λόγω πράξεων ή παραλείψεων κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας («acta jure imperii»).

Από τον προαναφερόμενο ορισμό προκύπτουν οι λέξεις κλειδιά/τα στοιχεία της διαμεσολάβησης που είναι: Διαρθρωμένη διαδικασία: η διαμεσολάβηση γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο και ο διαμεσολαβητής έχει υποστεί ειδική εκπαίδευση. Τι σημαίνει αυτό; Η Διαμεσολάβηση δεν είναι κοινή διαπραγμάτευση, ούτε συμβιβασμός. Έχει κανόνες και συγκεκριμένη διαδικασία που ακολουθείται, οι οποίοι όμως κανόνες προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των μερών και το προσωπικό στυλ του Διαμεσολαβητή. Π.χ. τα διάδικα μέρη μπορούν να επιλέξουν το χώρο όπου θα διεξαχθεί η Διαμεσολάβηση, πλην όμως είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν τουλάχιστον δυο διαφορετικοί χώροι (δωμάτια) όπου θα παραμένουν ξεχωριστά το κάθε μέρος της διαφωνίας, με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, τους τεχνικούς ή οικονομικούς συμβούλους του κλπ και κατά προτίμηση ένα άλλο δωμάτιο όπου θα μπορεί να αποσυρθεί ο Διαμεσολαβητής ή και να συγκεντρωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Κατά την έναρξη της διαδικασίας, ο Διαμεσολαβητής συγκεντρώνει όλα τα μέρη και εξηγεί τι ακριβώς περιλαμβάνει η διαδικασία (συζήτηση από κοινού ή κατά μόνας με το κάθε μέρος.) Το βασικό είναι ότι τα διαφωνούντα μέρη ελέγχουν πλήρως το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά ποτέ αυτήν την ίδια τη διαδικασία, που είναι αποκλειστικά αρμοδιότητα του Διαμεσολαβητή. Η εμπειρία του, η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται μέχρι πού μπορεί να «στριμώξει» τα μέρη με συνεχείς ερωτήσεις για το ποια είναι τα συμφέροντά τους και τι θα συμβεί αν δεν επιτευχθεί μια συμφωνία (reality testing), η εκδήλωση και αντιμετώπιση συναισθημάτων (ξέσπασμα θυμού, αγανάκτησης κλπ) και γενικά κάθε τρόπος που θα κάνει τα διαφωνούντα μέρη να απαγκιστρωθούν από τις αμετάθετες μέχρι εκείνη τη στιγμή θέσεις τους είναι σημαντικά στοιχεία για την επιτυχία της διαμεσολάβησης. Πολλές φορές με ρωτάνε πώς ξέρω πότε να φέρω τα διαφωνούντα μέρη σε κοινή συνάντηση ή πότε να διακόψω αυτή την κοινή συνάντηση. Απαντώ με τον τρόπο που ένας σκωτσέζος συνάδελφός μου περιέγραφε την εκπαίδευσή του στο σημάδι των πήλινων περιστεριών (clay pigeon shooting). Ο εκπαιδευτής του, του έλεγε ότι θα πρέπει να σημαδεύει μόλις το περιστέρι έφτανε σε απόσταση μιας πόρτας (at a gate’s distance) και όταν ρωτούσε πόσο είναι αυτή η απόσταση, του απαντούσε «αυτό είναι το δύσκολο να βρεις.». Ο Διαμεσολαβητής, προκειμένου η διαδικασία να κυλήσει ομαλά θα πρέπει να φροντίσει ακόμα και για το φαγητό και ποτό των μερών και είναι απίστευτο, αλλά πολλές ιδέες μπορούν να ξεπροβάλλουν κατά τη διάρκεια του κοινού γεύματος.

Η προσφυγή στη Διαμεσολάβηση γίνεται εκούσια από τα διαφωνούντα μέρη, αποκλίνοντας ο νομοθέτης από την πρότερη υποχρεωτική προσέγγισή του στο θεσμό.
Ο Διαμεσολαβητής είναι τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τους διαδίκους και συνεπώς είναι ουδέτερος/ αμερόληπτος προς τη διένεξη και τα διάδικα μέρη. Κατά το νόμο ορίζεται ότι σε υποθέσεις εθνικές, σε αντίθεση από τις διασυνοριακές, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να είναι δικηγόρος διαπιστευμένος ως διαμεσολαβητής, προϋπόθεση αντίθετη με την Οδηγία και το επισημαίνω αν και είμαι και δικηγόρος και διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια. Μάλιστα η Ελλάδα έχει ήδη κληθεί να τροποποιήσει τη σχετική διάταξη και να ανοίξει το επάγγελμα του Διαμεσολαβητή και σε άλλους επιστημονικούς κλάδους και θα το κάνει σύντομα.
Πεμπτουσία λοιπόν της Διαμεσολάβησης είναι η εισαγωγή ενός τρίτου, ουδέτερου και ανεξάρτητου προσώπου (ενός εκπαιδευμένου Διαμεσολαβητή) που θα βοηθήσει τα διαφωνούντα μέρη, κατά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, όντας ο Διαμεσολαβητής απαλλαγμένος από το πρόβλημα, το συναίσθημα ή τις οικονομικές πιέσεις των διαδίκων και ανεπηρέαστος από τις λεπτομέρειες των υπό διαπραγμάτευση θεμάτων. Τα απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός καλού διαμεσολαβητή είναι η υπομονή, το να ακούει προσεκτικά, η φιλικότητα, η αίσθηση του χιούμορ (πολλές δύσκολες στιγμές αντιπαρέρχονται με λίγη δόση χιούμορ), η οργανωτικότητα, η εμπάθεια (πώς κατανοεί και ανταποκρίνεται στα συναισθήματα των μερών), η αμεροληψία και η εμπιστευτικότητα (καμία πληροφορία δεν περνάει στο άλλο μέρος παρά μόνο με τη συγκατάθεση αυτού που την έδωσε). Ο Διαμεσολαβητής δεν αποφασίζει με βάση το σωστό και το δίκαιο, δεν προτείνει λύσεις, δεν κάνει προβλέψεις ως προς το τι θα έκρινε το δικαστήριο, δεν κρίνει την υπόθεση, δεν κάνει αναφορές στο ποιο διάδικο μέρος έχει δίκιο και ποιο όχι, απλά είναι ο καταλύτης που προσπαθεί να φέρει κοντά τα διάδικα μέρη ξεκαθαρίζοντας ζητήματα και ρίχνοντας άπλετο φως στο ποια ακριβώς είναι τα συμφέροντα των μερών, θα μπορούσαμε να τον περιγράψουμε σαν ένα καλό διαιτητή σε ένα ποδοσφαιρικό ματς  και για να τα κάνει όλα αυτά, ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για τη Διαμεσολάβηση, έχοντας διαβάσει όλα  τα έγγραφα και στοιχεία που του δίνουν τα διαφωνούντα μέρη, ώστε να γνωρίζει όλες τις πτυχές της υπόθεσης.

Δανείζομαι και πάλι από το βιβλίο, το άρθρο του Δημητρίου Γούναρη (1907) όπου αναφέρεται: «Αλλά τι εστί απονομή της Δικαιοσύνης? Εξυπηρέτησις μεγίστου κοινού συμφέροντος δια της επιβολής και εκβιάσεως της καταστάσεως εκείνης, ήτις εκρίθη υπό του νόμου ως κοινωνικώς συμφέρουσα.».
Στα πλαίσια της διαμεσολάβησης δεν εξετάζεται ο νόμος, ούτε προτιμάται η κατάσταση εκείνη, η κοινωνικά συμφέρουσα, αλλά γνώμονα αποτελεί το συμφέρον του κάθε διάδικου μέρους.

Η διαφωνία επιλύεται με συμφωνία των μερών, τα οποία και έχουν τον πλήρη έλεγχο αυτής της συμφωνίας. O μόνος περιορισμός που υπάρχει είναι η συμφωνία αυτή να μην είναι αντίθετη προς τις διατάξεις περί δημόσιας τάξης.
Στις εμπορικές διαφορές, πολύ συχνά τα αντιμαχόμενα μέρη θέλουν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους και μετά τη λήξη της διαφωνίας και ένα από τα βασικά τους συμφέροντα είναι να προστατεύσουν την εμπορική τους σχέση μεταξύ τους και αυτό επιτυγχάνεται μόνο με τη διαμεσολάβηση. Επίσης με τη διαμεσολάβηση μπορούν να επιτευχθούν πιο δημιουργικές λύσεις σε μια διαφωνία. π.χ. σε περίπτωση θανάσιμου τραυματισμού ενός ατόμου μέσα στο χώρο της δουλειάς του (εργατικό ατύχημα). Μπορεί το ζήτημα να μην είναι μόνο η καταβολή ενός ποσού αποζημίωσης, αλλά και μια δημόσια συγνώμη από τον εργοδότη προς την οικογένεια του θύματος.

Η διάρκεια μιας Διαμεσολάβησης είναι κατά μέσο όρο μια με μιάμισυ ημέρα. Με βάση στατιστικά του CEDR, το 2004 διεξήχθησαν  από το κέντρο αυτό, 693 διαμεσολαβήσεις και 75% αυτών κατέληξαν σε συμφωνία μέσα στην ημέρα ή σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά.

Ο Κων. Νικολετόπουλος (1927) γράφει: «Ομολογώ ότι θλιβερώτερα συναισθήματα δεν κατέκλυσον την ψυχήν μου ως Έλληνος και δικηγόρου, παρά όταν προ τινων ημερών αντιπρόσωπος ξένης χώρας, παρακολουθών την καρκινοβατικήν εξέλιξιν διαφόρων δικών ενδιαφερουσών πολίτας του κράτους του, πιστούχους του ελληνικού εμπορίου, μοι έλεγε μετά προφανούς πικρίας και ειρωνίας ότι σχηματίζει την αντίληψιν ότι υπάρχει άρνησις δικαιοσύνης εν Ελλάδι.». Οι ίδιες διαπιστώσεις και το 2002 στο κείμενο του Κωστή Μπακόπουλου: «Πόσο αποτελεσματική είναι λοιπόν η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα σήμερα? Τι διαπιστώνει ο πολίτης που διαβαίνει το κατώφλι της Θέμιδας? Διαπιστώνει, κατ’ αρχάς ότι η Δικαιοσύνη απονέμεται με βραδύ ρυθμό, τον βραδύτερο ίσως συγκριτικά με τά άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Από ενάμισυ μέχρι έξι χρόνια χρειάζονται μέχρι να επιλυθεί σε πρώτο βαθμό μια διαφορά. … Η βραδύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης δεν διαφέρει συχνά από αρνησιδικία. Αφήνει τον πολίτη απροστάτευτο, ενθαρρύνει την παρανομία και την αντισυναλλακτική συμπεριφορά και καλλιεργεί αίσθημα έλλειψης εμπιστοσύνης στη δικαιοδοτική λειτουργία της χώρας μας.».

Με τη Διαμεσολάβηση όμως η διαφορά επιλύεται τάχιστα.

Μέσα στο 2011 το CEDR ξεκίνησε στην Ιρλανδία ένα πιλοτικό σχήμα Διαμεσολάβησης με 35 Διαμεσολαβητές, στους οποίους παραπέμπονται όλες οι υποθέσεις αξίας κάτω των 125.000 ευρώ. Αποδείχθηκε ότι η Ιρλανδική οικονομία εξοικονόμησε μέσα σε ένα έτος 120.000.000 ευρώ από την εφαρμογή του μέτρου αυτού!!!
Με τη διαμεσολάβηση λοιπόν, η διαδικασία είναι ταχεία, όχι δαπανηρή και το αποτέλεσμα (η συμφωνία) πάντοτε ελέγξιμη από τους διαδίκους και ουδόλως παρομοιάζει με την περιγραφή του Νικολάου Δημητρακόπουλου (1915): «Έτη ολόκληρα και δεκαετηρίδες πολλάκις απαιτούνται, ίνα αποπερατωθώσιν αι αστικαί δίκαι. Δαπάναι κολοσσιαίαι υπερβαίνουσαι ουχί σπανίως και το αντικείμενον της δίκης. Παρέλκυσις και παράτασις του δικαστικού αγώνος, υπό όρους ενίοτε επίσης οδυνηρούς και δια τον νικητήν και δια τον ηττηθέντα.».

Υιοθετώντας τον θεσμό της Διαμεσολάβησης, θα υπάρξει κέρδος για τα μέρη της κάθε διαφωνίας, για την απονομή της Δικαιοσύνης, για την οικονομία του κράτους μας που τόσο την έχει ανάγκη ιδιαίτερα αυτές τις δύσκολες ώρες. Ας προχωρήσουμε λοιπόν στον καινούριο αυτό δρόμο επίλυσης των διαφορών μας.

Ευχαριστώ.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΚΟΡΔΑΚΗ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
ΣΟΛΙΣΙΤΟΡ ΑΓΓΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΥΑΛΙΑΣ
CEDR ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΡΙΑ

adminΟμιλία 16ης Μαΐου 2012 στο Δ.Σ.Α.