ΣτΕ 2825/2018 – Ελληνική Αστυνομία

Οι ανθυπαστυνόμοι του άρθρου 10 του ν. 3686/2008 προάγονται στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ μετά την αποφοίτησή τους από το Τ.Ε.Μ.Α., εφόσον έχουν συμπληρώσει τρία έτη στον βαθμό τους και το 32ο έτος της ηλικίας τους και δεν έχουν υπερβεί το 48ο έτος. Πότε οι ανθυπαστυνόμοι προάγονται επ’ ανδραγαθία στο βαθμό του υπαστυνόμου β΄. Αν και δεν προστατεύεται από το Σύνταγμα η προαγωγική εξέλιξη των αστυνομικών υπαλλήλων, πρέπει να τηρούνται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Οι ρυθμίσεις του νόμου σχετικά με την προαγωγή ανθυπαστυνόμων στο βαθμό του υπαστυνόμου β’, με την συμπλήρωση του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, δεν παραβιάζουν τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, ούτε την αρχή της αναλογικότητας. Αντίθετη μειοψηφία. Η εμπειρία των εν λόγω αστυνομικών υπαλλήλων δεν κτάται μόνο στον κατεχόμενο βαθμό αλλά καθ’ όλη την διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. Η ουσιαστική ορθότητα της επιλογής των κριτηρίων προαγωγής των ανθυπαστυνόμων εκφεύγει των ορίων του δικαστικού ελέγχου. Το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση των αστυνομικών υπαλλήλων. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης. Η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση του Γ’ Τμήματος κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.3900/2010.

Αριθμός 2825/2018

 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 ΤΜΗΜΑ Γ΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Γ. Ποταμιάς, Δ. Μακρής, Α.- Μ. Παπαδημητρίου, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Ι. Παπαγιάννης, Β. Γκέρτσος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Α. Γεωργακόπουλος.

 Για να δικάσει την από 4 Οκτωβρίου 2013 αίτηση:

των: 1. ..28..οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Γεώργιο Λάγο (Α.Μ. 261, Δ.Σ. Μυτιλήνης), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 30…, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 27 Νοεμβρίου 2017 για τη νομιμοποίησή του, 31…50.., οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

 κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ήδη Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 6003/3/89/1/18.4.2013 απόφαση του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρωπίνου Δυναμικού Αρχηγείου ΕΛ.ΑΣ., β) η παράνομη παράλειψη της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

 Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στο Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 28 Φεβρουαρίου 2017 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 και της από 27 Μαρτίου 2017 πράξεως της Προέδρου του Γ΄ Τμήματος.

 Στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ των αιτούντων οι: 1…εώς 679.., οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Γεώργιο Λάγο (Α.Μ. 261, Δ.Σ. Μυτιλήνης), στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 27 Νοεμβρίου 2017 για τη νομιμοποίησή του.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μακρή.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον δικηγόρο των αιτούντων και των παρεμβαινόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. 

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

 Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο

 1. Επειδή για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1321638 και 3664526/2017 γραμμάτια παραβόλου).

 2. Επειδή ζητείται η ακύρωση της 6003/3/89/1/18.4.2013 αποφάσεως του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, με την οποία προήχθησαν ανθυπαστυνόμοι γενικών καθηκόντων στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, κατ’ άρθρο 7 παράγραφος 7 του ν. 3686/2006 (Α΄ 158), όπως ισχύει, μεταξύ άλλων, με την συμπλήρωση είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτήν εκδηλώθηκε παράλειψη προαγωγής των αιτούντων, ανθυπαστυνόμων γενικών καθηκόντων, στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ ως αρχαιοτέρων των προαχθέντων (βλ. και το από 27.11.2017 υπόμνημά τους).

 3. Επειδή η κρινόμενη αίτηση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον (της επταμελούς συνθέσεως) του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), κατόπιν της 13/28.2.2017 πράξεως της Τριμελούς Επιτροπής της εν λόγω διατάξεως του ν. 3900/2010, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «…» και «..». Με την πράξη αυτή έγινε δεκτό το από 5.2.2017 αίτημα των αιτούντων να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η αίτηση ακυρώσεως που είχαν ασκήσει κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως και παραλείψεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών λόγω του τιθέμενου με αυτή γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος, με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, της συμφωνίας της διατάξεως του άρθρου 7 παράγραφος 7 του ν. 3686/2008, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 25 παράγραφος 3 του ν. 4058/2012 (Α΄ 63/22.3.2012), προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της αναλογικότητας.

 4. Επειδή στην δίκη παρεμβαίνουν υπέρ των αιτούντων εξακόσιοι ογδόντα (680) ανθυπαστυνόμοι, ως διάδικοι σε εκκρεμείς δίκες ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στις οποίες, όπως προβάλλουν, τίθεται, το προαναφερθέν ζήτημα (βλ. άρθρο 1 του ν. 3900/2010, όπως ισχύει).

 5. Επειδή κατά την συζήτηση της υποθέσεως ο δικηγόρος που υπογράφει το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως ζήτησε και του χορηγήθηκε προθεσμία, έως τις 27.11.2017 για την νομιμοποίησή του, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παράγραφος 13 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150). Η ταχθείσα, όμως, προθεσμία παρήλθε άπρακτη για τον τριακοστό από τους αιτούντες (..), ο οποίος δεν νομιμοποίησε τον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 27 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67). Συνεπώς, για τον λόγον αυτόν, η κρινομένη αίτηση είναι απορριπτέα, ως προς τον εν λόγω αιτούντα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως ήδη ισχύουν. 

 6. Επειδή η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον, αφού οι αιτούντες προβάλλουν ότι οι ίδιοι προήχθησαν, προερχόμενοι από τον βαθμό του αρχιφύλακα, σε ανθυπαστυνόμους γενικών καθηκόντων, κατά το χρονικό διάστημα από 19.7.2000 έως 7.1.2009 και ότι, αν και είναι αρχαιότεροι στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου από τους προαχθέντες με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ άρθρο 7 παράγραφος 7 του ν. 3686/2008, που προέρχονται ομοίως από τον βαθμό του αρχιφύλακα (και συγκεκριμένα, αρχαιότεροι της αναφερόμενης στην εν λόγω απόφαση με αύξοντα αριθμό εξακόσια εξήντα ένα [661]…, που προήχθη στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου στις 7.1.2009), παρελείφθησαν από τις προαγωγές ανθυπαστυνόμων που διενεργήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν συμπλήρωναν τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η υφιστάμενη σειρά στην επετηρίδα και να καταστούν οι προαχθέντες ανώτεροί τους.

 7. Επειδή στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του ν. 2800/2000 (Α΄ 41, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. i β΄ του ν. 4249/2014, Α΄ 73) ορίζεται ότι: «Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους. Για την εκτέλεση της αποστολής της εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και εξοπλισμό. Το αστυνομικό προσωπικό της έχει ιδιαίτερη ιεραρχία, αντίστοιχη της στρατιωτικής, και δικούς του κανόνες πειθαρχίας και δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό οι διατάξεις που αφορούν τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους». Επίσης ο ν. 2800/2000 ορίζει στο άρθρο 18 παράγραφος 2 ότι: «Το αστυνομικό προσωπικό διακρίνεται σε προσωπικό γενικών καθηκόντων και σε προσωπικό ειδικών καθηκόντων», στο άρθρο 19 παράγραφος 2 ότι: «Οι οργανικές θέσεις του αστυνομικού προσωπικού … είναι οι εξής: α. Θέσεις αξιωματικών γενικών καθηκόντων που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας: … Υπαστυνόμοι Α΄ και Υπαστυνόμοι Β΄ … β. Θέσεις αξιωματικών γενικών καθηκόντων που προέρχονται από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων: … υπαστυνόμοι α΄ και β΄ … (όπως η περ. β΄ ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του ν. 3686/2008, Α΄ 158). γ. Θέσεις Ανθυπαστυνόμων – Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων γενικών καθηκόντων: – Ανθυπαστυνόμοι – Αρχιφύλακες … – Αστυφύλακες … δ. … » και στο άρθρο 20 παράγραφος 1 ότι: «Η κλίμακα της ιεραρχίας των βαθμών του αστυνομικού προσωπικού έχει ως εξής: Αντιστράτηγος Αστυνομίας, Υποστράτηγος Αστυνομίας, Ταξίαρχος Αστυνομίας, Αστυνομικός Διευθυντής, Αστυνομικός Υποδιευθυντής, Αστυνόμος Α΄, Αστυνόμος Β΄, Υπαστυνόμος Α΄, Υπαστυνόμος Β΄, Ανθυπαστυνόμος, Αρχιφύλακας, Υπαρχιφύλακας, Αστυφύλακας, Δόκιμος Αστυφύλακας, Αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας είναι όσοι κατέχουν βαθμό Υπαστυνόμου Β΄ και άνω (όπως η λέξη «υπαρχιφύλακας» προστέθηκε με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του ν. 3686/2008)». Εξ άλλου, ο ν. 3686/2008 ορίζει στο άρθρο 3 ότι: «1. … 2. Οι προαγωγές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 7, 9, 10 παρ. 2 και 11 ενεργούνται ύστερα από απόφαση του, κατά περίπτωση, αρμόδιου Συμβουλίου Κρίσεων. 3. Για το αστυνομικό προσωπικό των άρθρων 7 παρ. 7, 9, 10 και 11 τηρείται αντίστοιχη επετηρίδα. Η αρχαιότητα του προσωπικού αυτού σε κάθε βαθμό προσδιορίζεται από τη χρονολογία κτήσεως του βαθμού. Ανεξάρτητα από τη χρονολογία κτήσεως του βαθμού, οι υπαστυνόμοι β΄ και υπαστυνόμοι α΄ που προάγονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 7 είναι νεότεροι από τους ομοιοβάθμους τους αξιωματικούς που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και από τους ομοιοβάθμους τους αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970 (ΦΕΚ 176 Α`) που προέρχονται από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων … », στο άρθρο 7 ότι: «1. Οι ανθυπαστυνόμοι του άρθρου 10 προάγονται στο βαθμό του υπαστυνόμου β΄ μετά την αποφοίτηση τους από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.), στο οποίο εισάγονται κατόπιν εξετάσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. 2. Η εισαγωγή στο Τ.Ε.Μ.Α. γίνεται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου εφόσον έχει συμπληρώσει τρία (3) έτη στο βαθμό του, το τριακοστό δεύτερο (32) έτος της ηλικίας του και δεν υπερβαίνει το τεσσαρακοστό όγδοο (48) έτος της ηλικίας του, κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους προκήρυξης των εξετάσεων. 3. Τον Ιανουάριο κάθε έτους με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των θέσεων των αξιωματικών, που θα πληρωθούν μέσα στο επόμενο έτος με προαγωγή αποφοίτων του Τ.Ε.Μ.Α. Ο αριθμός των θέσεων αυτών δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 12%, ούτε μεγαλύτερος του 20% του συνόλου των οργανικών θέσεων των αξιωματικών της κατηγορίας αυτής, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. 4. … 6. Οι ανθυπαστυνόμοι που προάγονται επ’ ανδραγαθία στο βαθμό του υπαστυνόμου β’ εισάγονται, ύστερα από αίτησή τους, στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων, κατά την πρώτη μετά την προαγωγή τους εκπαιδευτική σειρά και εξελίσσονται, σύμφωνα με τις διατάξεις οι οποίες αφορούν τους αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970 (ΦΕΚ 176 Α΄). Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για τους προαγόμενους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 9 του ν. 1481/1984 (ΦΕΚ 152 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3103/2003 (ΦΕΚ 23 Α΄) [όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 68 παράγραφος 5 του ν. 4373/2016 (Α΄ 49)]. 7. Οι ανθυπαστυνόμοι της παραγράφου 2 του άρθρου 10, που δεν προάγονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, προάγονται με τη συμπλήρωση είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξη τους, στο βαθμό του υπαστυνόμου β’, ύστερα από αίτησή τους που υποβάλλεται μόνο μία (1) φορά, τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους αυτού εντός του οποίου συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για προαγωγή χρόνο, εφόσον έχουν εγγραφεί σε πίνακα διατηρητέων. Οι ανωτέρω υπαστυνόμοι β΄ εξομοιώνονται με αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970 και, με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών στο βαθμό τους, προάγονται στο βαθμό του υπαστυνόμου α΄. Δεν προάγονται οι ανθυπαστυνόμοι που έχουν εγγραφεί σε πίνακα διατηρητέων και έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου ή σε δίκη για κακούργημα και η σχετική πειθαρχική υπόθεση εκκρεμεί. Αυτοί κρίνονται εκτάκτως, μετά την άρση του κωλύματος συνεπεία του οποίου δεν προήχθησαν και, αν εγγραφούν σε πίνακα διατηρητέων, προάγονται, αναδρομικά, από τη χρονολογία προαγωγής νεοτέρου τους, ανακτώντας την αρχαιότητα τους. 8. Οι υπαστυνόμοι β΄ και υπαστυνόμοι α΄ της προηγούμενης παραγράφου εκτελούν τα καθήκοντα του βαθμού τους, κατέχουν οργανική θέση ανθυπαστυνόμου και μετατίθενται, αποσπώνται και μετακινούνται ως ανθυπαστυνόμοι. Όταν καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας προάγονται, οι μεν υπαστυνόμοι β΄ στους βαθμούς του υπαστυνόμου α΄ και αστυνόμου β΄, οι δε υπαστυνόμοι α΄ στο βαθμό του αστυνόμου β΄, εκτός οργανικών θέσεων, τιθέμενοι εκτός υπηρεσίας, τριάντα (30) ημέρες προ της καταλήψεως τους από το όριο ηλικίας, εφόσον κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους, και αποστρατεύονται αυτεπαγγέλτως την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, με το βαθμό στον οποίο προήχθησαν. Για τους αξιωματικούς που προάγονται κατά την παρούσα παράγραφο δεν εφαρμόζονται οι περί 35ετίας διατάξεις του άρθρου 50 του π.δ. 24/1997 (ΦΕΚ 29/Α΄). 9. Στους υπαστυνόμους β΄ και υπαστυνόμους α΄, που προάγονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 7, απονέμεται εν όψει αποστρατείας, ύστερα από αίτηση τους, ο αμέσως επόμενος βαθμός εν αποστρατεία, εφόσον συμπληρώνουν ένα (1) έτος στον κατεχόμενο βαθμό και κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους. 10. Οι ανθυπαστυνόμοι που δεν προάγονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 7 προάγονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9. Οι ανθυπαστυνόμοι της παραγράφου 6 που προάγονται στο βαθμό του υπαστυνόμου β΄ και δεν εισάγονται ή δεν αποφοιτούν ευδόκιμα από το Τ.Ε.Μ.Α., όταν καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας προάγονται στους βαθμούς του υπαστυνόμου α΄ και αστυνόμου β΄, εκτός οργανικών θέσεων, και αποστρατεύονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8», στο άρθρο 8 ότι: «1. Οι υπαστυνόμοι β΄ απόφοιτοι του Τ.Ε.Μ.Α. εξελίσσονται μέχρι και το βαθμό του αστυνομικού υποδιευθυντή. 2. Οι αξιωματικοί απόφοιτοι του Τ.Ε.Μ.Α. προάγονται, εν όψει αυτεπάγγελτης αποστρατείας, λόγω συμπληρώσεως 35ετίας ή καταλήψεως από το όριο ηλικίας, εκτός οργανικών θέσεων, μέχρι το βαθμό ο μισθός του οποίου τους απονεμήθηκε, όχι όμως πέραν του βαθμού του αστυνομικού διευθυντή οι αστυνόμοι α΄ και οι αστυνομικοί υποδιευθυντές, και πέραν του βαθμού του αστυνομικού υποδιευθυντή οι υπαστυνόμοι β΄, υπαστυνόμοι α’ και αστυνόμοι β΄, και ύστερα από τριάντα (30) ημέρες αποστρατεύονται με το βαθμό στον οποίο προήχθησαν, εφόσον κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους. … », στο άρθρο 9 ότι: «1. Οι αστυφύλακες ανακριτικοί υπάλληλοι του ν. 2226/ 1994 (ΦΕΚ 122/Α΄) προάγονται στο βαθμό του υπαρχιφύλακα, αρχιφύλακα και ανθυπαστυνόμου με τη συμπλήρωση 10, 15 και 25 ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξη τους, αντίστοιχα. 2. Οι ανθυπαστυνόμοι της προηγούμενης παραγράφου, που καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας, που ισχύει κάθε φορά, προάγονται, εν όψει αυτεπάγγελτης αποστρατείας, στους βαθμούς του υπαστυνόμου β΄ και υπαστυνόμου α΄ εκτός οργανικών θέσεων, τιθέμενοι εκτός υπηρεσίας, και ύστερα από τριάντα (30) ημέρες αποστρατεύονται με το βαθμό στον οποίο προήχθησαν, εξομοιούμενοι με αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για ανθυπαστυνόμους προερχόμενους από αρχιφύλακες μη ανακριτικούς υπαλλήλους που προήχθησαν επ’ ανδραγαθία ή με βάση άλλες ειδικές διατάξεις. 3. Οι υπαρχιφύλακες, αρχιφύλακες και ανθυπαστυνόμοι της παραγράφου 1 καταλαμβάνουν οργανική θέση αστυφύλακα και μετατίθενται, αποσπώνται και μετακινούνται ως αστυφύλακες. Οι υπαρχιφύλακες και αρχιφύλακες εκτελούν καθήκοντα αστυφύλακα και οι ανθυπαστυνόμοι καθήκοντα του βαθμού τους», στο άρθρο 10 ότι: «1. Οι αστυφύλακες, οι υπαρχιφύλακες και οι αρχιφύλακες που κατέχουν οργανική θέση αστυφύλακα δύνανται να προάγονται στο βαθμό του αρχιφύλακα, κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 82/2006, όπως ισχύει κάθε φορά. Οι αρχιφύλακες της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις και ασκούν καθήκοντα του βαθμού τους. 2. Οι αρχιφύλακες της προηγούμενης παραγράφου προάγονται στο βαθμό του ανθυπαστυνόμου με τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών στο βαθμό τους. Κατ’ εξαίρεση οι αρχιφύλακες πτυχιούχοι Πανεπιστημίων ή Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) προάγονται στο βαθμό του ανθυπαστυνόμου εφόσον συμπληρώνουν τουλάχιστον δύο (2) και τρία (3) έτη στο βαθμό, αντίστοιχα, και ο τίτλος σπουδών τους δεν λήφθηκε υπόψη για την προαγωγή τους χωρίς εξετάσεις στο βαθμό του αρχιφύλακα» και στο άρθρο 15 παράγραφος 1 ότι: «Για τις προαγωγές του αστυνομικού προσωπικού στους βαθμούς του υπαστυνόμου β΄ και άνω, που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 7, 8, 9 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 7, καθώς και των άρθρων 9 και 11, και ενεργούνται από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών». Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3686/2008 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: « … με το παρόν σχέδιο νόμου επιχειρείται καταρχήν, η αναμόρφωση του βαθμολογίου και της υπηρεσιακής εξέλιξης κυρίως των αστυφυλάκων, αρχιφυλάκων και ανθυπαστυνόμων της Ελληνικής Αστυνομίας, σε μια προσπάθεια εξασφάλισης προσωπικού με αυξημένα προσόντα, καθώς και άρσης ορισμένων ανισοτήτων ιδίως σε σχέση με τους ομοιόβαθμούς τους στρατιωτικούς των Ενόπλων Δυνάμεων. Το προτεινόμενο σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης έχει σαν στόχο να δημιουργήσει καταρχήν κίνητρο περαιτέρω παραμονής στο Σώμα των αστυνομικών που διαθέτουν πολυετή και πολύτιμη εμπειρία, με δεδομένο ιδίως ότι η πρόωρη έξοδος του προσωπικού από το Σώμα προκαλεί πέραν της απώλειας πολύτιμων στελεχών και σοβαρά προβλήματα στα ασφαλιστικά ταμεία εν όψει των δημοσιονομικών και δημογραφικών δεδομένων της Χώρας μας. Επιπλέον, η δυνατότητα καλύτερης βαθμολογικής εξέλιξης λειτουργεί ως υποκίνηση στο προσωπικό και αυξάνει το ενδιαφέρον του για την Υπηρεσία». Στην ίδια αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι με τις διατάξεις του άρθρου 7 «ρυθμίζονται τα θέματα βαθμολογικής εξέλιξης των ανθυπαστυνόμων. Ειδικότερα μειώνεται το όριο ηλικίας για την εισαγωγή στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.) από το 35ο στο 32ο έτος της ηλικίας. Με τη ρύθμιση αυτή παρέχεται η δυνατότητα ταχύτερης ανέλιξης των ανθυπαστυνόμων αλλά και καλύτερης αξιοποίησης της εμπειρίας τους από την υπηρεσία. Οι ανθυπαστυνόμοι που δεν εισάγονται στο Τ.Ε.Μ.Α. προάγονται μετά από 26 έτη πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό του υπαστυνόμου β΄, ενώ με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών στο βαθμό τους προάγονται στο βαθμό του υπαστυνόμου α΄, ώστε να αξιοποιούνται κατάλληλα και αυτοί από την υπηρεσία. Περαιτέρω, καταλαμβανόμενοι από το όριο ηλικίας προάγονται στο βαθμό του αστυνόμου β΄, με τον οποίο και αποστρατεύονται». Στην συνέχεια, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του ν. 3686/2008 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 παράγραφος 3 του ν. 4058/2012 ως εξής: «Στο βαθμό του Υπαστυνόμου Β΄ προάγονται επίσης με την ίδια ως άνω διαδικασία και οι προαναφερόμενοι Ανθυπαστυνόμοι οι οποίοι συμπληρώνουν είκοσι δύο (22) έτη πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, εκ των οποίων έντεκα (11) στο βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, εφόσον είναι αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους, που προάγονται λόγω συμπλήρωσης είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας. Οι ανωτέρω Υπαστυνόμοι Β΄ εξομοιώνονται με Αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970 και με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών στο βαθμό τους, προάγονται στο βαθμό του Υπαστυνόμου Α΄, χωρίς να δικαιούνται περαιτέρω προαγωγής με την επιφύλαξη των διατάξεων, των παραγράφων 8 και 9». Στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου νόμου αναφέρεται ότι με την αναφερθείσα διάταξη «ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις προαγωγές της Ελληνικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του ν. 3686/2008 οι ανθυπαστυνόμοι που προέρχονται από αρχιφύλακες με εξετάσεις και δεν εισάγονται στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων προάγονται ύστερα από αίτησή τους με τη συμπλήρωση 26 ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους στο βαθμό του υπαστυνόμου Β΄. Επειδή για την προαγωγή της ανωτέρω κατηγορίας βαθμοφόρων τίθεται ως μόνο κριτήριο ο χρόνος της μέχρι τότε συνολικής τους υπηρεσίας στο Σώμα και όχι εναλλακτικά και ο χρόνος υπηρεσίας στο βαθμό, στοιχείο που αποτελεί καθοριστικό παράγοντα πιστοποίησης της επαγγελματικής τους επάρκειας για την άσκηση των καθηκόντων του επόμενου βαθμού, είναι αναγκαία η διευθέτηση του ζητήματος κατά τρόπο συμβατό προς το υπηρεσιακό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον. Με την παρούσα ρύθμιση επιχειρείται η δικαιότερη αντιμετώπιση των ανθυπαστυνόμων του Σώματος της Ελληνικής Αστυνομίας, επ’ ωφελεία του υπηρεσιακού και κατ’ επέκταση του δημοσίου συμφέροντος, καθώς δημιουργούνται οι προϋποθέσεις πληρέστερης αξιοποίησης της πολυετούς εμπειρίας και των γνώσεων που απέκτησαν ως ανθυπαστυνόμοι στον αμέσως ανώτερο ιεραρχικό βαθμό και σε καθήκοντα ανάλογα του βαθμού αυτού. Περαιτέρω, παρέχεται σε αυτούς το κίνητρο της ιεραρχικής ανέλιξης για τη βελτίωση της υπηρεσιακής τους απόδοσης και περιορίζεται σημαντικά το φαινόμενο των προσφυγών στα διοικητικά δικαστήρια ανθυπαστυνόμων, λόγω της προαγωγής νεωτέρου ομοιοβάθμου τους στο βαθμό του Υπαστυνόμου Β΄ με μοναδικό κριτήριο τη συμπλήρωση 26 ετών πραγματικής υπηρεσίας στο Σώμα. Επίσης, με τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες και το ισχύον νομικό καθεστώς δεν προκύπτει κόστος για τον Κρατικό Προϋπολογισμό».

 Τέλος το π.δ. 24/1997 (Α΄ 29), που εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 11 παράγραφοι 1 εδάφια γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ και 7 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49), ορίζει στο άρθρο 1 παράγραφος 1 ότι: «Αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας είναι όσοι κατέχουν βαθμό Υπαστυνόμου Β΄ και άνω, διακρίνονται δε σε αξιωματικούς γενικών καθηκόντων και αξιωματικούς ειδικών καθηκόντων», στο άρθρο 2 παράγραφος 1 ότι: «Οι μόνιμοι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων της Ελληνικής Αστυνομίας προέρχονται από: α. Απόφοιτους της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και β. Ανθυπαστυνόμους ή Αρχιφύλακες που προάγονται σε αξιωματικούς, βάσει ειδικών διατάξεων», στο άρθρο 3 ότι: «1. Η ιεραρχία περιλαμβάνει την ιεραρχία των βαθμών και την ιεραρχία των καθηκόντων. Ιεραρχία των βαθμών είναι η σειρά αυτών, ιεραρχία δε των καθηκόντων η κλίμακα της Διοικήσεως. Ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία των βαθμών, οι αξιωματικοί έχουν την ιδιότητα του ανωτέρου ή κατωτέρου, ανάλογα δε με τη θέση τους στην ιεραρχία των καθηκόντων έχουν την ιδιότητα του προϊσταμένου ή υφισταμένου. 2. Οι ομοιόβαθμοι αξιωματικοί, ανάλογα με την αρχαιότητά τους, έχουν την ιδιότητα του αρχαιότερου ή νεότερου, εάν δε συνδέονται με σχέση διοικητικής υπαγωγής ή εξαρτήσεως, η αρχαιότητα έχει ισχύ διαφοράς βαθμού. 3. … », στο άρθρο 4 ότι: «1. Ο βαθμός καθιερώνει την ικανότητα για άσκηση ορισμένων καθηκόντων, παρέχει δε δικαιώματα και επιβάλλει υποχρεώσεις. 2. … 3. Στην κλίμακα της ιεραρχίας των βαθμών … οι Αστυνόμοι Β΄, Υπαστυνόμοι Α’ και Υπαστυνόμοι Β΄ είναι κατώτεροι αξιωματικοί. 4. … », στο άρθρο 5 ότι: «1. Η αρχαιότητα των αξιωματικών, γενικών και ειδικών καθηκόντων, σε κάθε βαθμό προσδιορίζεται από τη χρονολογία κτήσεως του βαθμού και ως τέτοια λογίζεται η χρονολογία υπογραφής του σχετικού προεδρικού διατάγματος, εκτός των αποφοιτώντων από τις οικείες σχολές για τους οποίους ως χρονολογία κτήσεως του βαθμού λογίζεται η ημερομηνία ορκωμοσίας τους … 2. … 4. Η αρχαιότητα των Υπαστυνόμων Β΄ που αποφοιτούν από την Σχολή Αξιωματικών καθορίζεται με βάση το βαθμό αποφοίτησης από τη Σχολή. Με τον ίδιο τρόπο καθορίζεται και η αρχαιότητα των Υπαστυνόμων Β΄ που αποφοιτούν από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.). 5. Οι Αξιωματικοί που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών είναι πάντοτε αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους που προέρχονται από το Τ.Ε.Μ.Α., οι οποίοι απέκτησαν το βαθμό τους μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος … 6. Η κατά τα ανωτέρω καθοριζομένη αρχαιότητα των αξιωματικών διατηρείται καθ` όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, εκτός αν επέλθουν μεταβολές … », στο άρθρο 7 παράγραφος 1 ότι: «Για τους αξιωματικούς γενικών … καθηκόντων της Ελληνικής Αστυνομίας τηρούνται από τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Υ.Δ.Τ. οι παρακάτω επετηρίδες: α. Γενικών καθηκόντων: (1) Αποφοίτων της Σχολής Αξιωματικών. (2) Αποφοίτων του Τμήματος Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων. (3) Προαγόμενων βάσει ειδικών διατάξεων (4) … β. … », στο άρθρο 37 ότι: «1. Οι οργανικές θέσεις των αξιωματικών γενικών καθηκόντων που προέρχονται από τη σχολή Αξιωματικών … καθορίζονται συνολικά ως ακολούθως: … Υπαστυνόμοι Α΄ και Υπαστυνόμοι Β΄ … 2. Οι οργανικές θέσεις των αξιωματικών που προέρχονται από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων είναι οι ακόλουθες: Υπαστυνόμοι Α΄ και Υπαστυνόμοι Β΄ … 3. … », στο άρθρο 38 ότι: «1. Οι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών δύνανται να εξελιχθούν μέχρι και το βαθμό του Αντιστράτηγου, εκτός … 2. Οι αξιωματικοί που προέρχονται από το Τ.Ε.Μ.Α. … δύνανται να εξελιχθούν μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή (άρθρα 2 παρ. 1 και 8 παρ. 1 ν. 3686/2008), (όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του π.δ. 133/2012, Α΄ 241/12.12.2012). 3. … », στο άρθρο 40 ότι: «1. … 6. Αξιωματικοί που προέρχονται από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.) δεν προάγονται στον ανώτερο βαθμό, αν δεν προαχθούν στο βαθμό αυτό όλοι οι ομοιόβαθμοί τους της Σχολής Αξιωματικών που κρίθηκαν προακτέοι και απέκτησαν το βαθμό τους εντός του αυτού ημερολογιακού έτους (όπως η παράγραφος 6 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του π.δ. 128/2010, Α΄ 221 και πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 3 του π.δ. 81/2016, Α΄ 150). 7. … » και στο άρθρο 49 παράγραφος 1 ότι: «Το όριο ηλικίας μέχρι το οποίο επιτρέπεται να υπηρετούν οι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων Ελληνικής Αστυνομίας είναι κατά βαθμούς το εξής: … Αστυνόμος Β΄, Υπαστυνόμος Α΄ και Υπαστυνόμος Β΄ 55ο έτος (όπως η παράγραφος 1 ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του π.δ. 81/2016)».

 8. Επειδή από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι οι ανθυπαστυνόμοι του άρθρου 10 του ν. 3686/2008, προάγονται στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ μετά την αποφοίτησή τους από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.), στο οποίο εισάγονται, κατόπιν εξετάσεων, με αίτησή τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει τρία (3) έτη στον βαθμό τους και το 32ο έτος της ηλικίας τους και δεν έχουν υπερβεί το 48ο έτος της ηλικίας τους κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους προκηρύξεως των εξετάσεων. Οι προαγόμενοι με τον τρόπο αυτόν, καταλαμβάνουν οργανική θέση υπαστυνόμου, εντάσσονται σε ειδική επετηρίδα αποφοίτων του Τμήματος Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων, η δε αρχαιότητά τους προσδιορίζεται βάσει του βαθμού αποφοιτήσεως από το εν λόγω Τμήμα, ενώ εξελίσσονται μέχρι και τον βαθμό του αστυνομικού υποδιευθυντή (και προάγονται εκτός οργανικών θέσεων εν όψει αυτεπάγγελτης αποστρατείας, λόγω συμπληρώσεως 35ετίας ή καταλήψεως από το όριο ηλικίας, εφόσον κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες την σταδιοδρομία τους). Περαιτέρω, οι ανθυπαστυνόμοι προάγονται επ’ ανδραγαθία στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, οπότε εισάγονται, μετά από αίτησή τους, στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων, κατά την πρώτη μετά την προαγωγή τους εκπαιδευτική σειρά και εξελίσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν τους αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970. Εάν οι προαγόμενοι (της προηγούμενης περιπτώσεως) στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, δεν εισαχθούν στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων ή δεν αποφοιτήσουν ευδοκίμως από αυτό, όταν καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας, προάγονται στους βαθμούς του υπαστυνόμου α΄ και αστυνόμου β΄, εκτός οργανικών θέσεων και αποστρατεύονται. Εξ άλλου, οι ανθυπαστυνόμοι (της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν. 3686/2008), εκτός των προεκτεθεισών περιπτώσεων προαγωγής στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ (δηλαδή κατόπιν εισαγωγής με εξετάσεις και αποφοιτήσεως από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων ή επ’ ανδραγαθία), προάγονται στον βαθμό αυτόν κατόπιν σχετικής αποφάσεως του αρμόδιου Συμβουλίου Κρίσεων με την συμπλήρωση είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους ή (βάσει μεταγενέστερης ρυθμίσεως) εφόσον έχουν συμπληρώσει είκοσι δύο (22) έτη πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, από τα οποία έντεκα (11) στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου, με την προϋπόθεση ότι είναι αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους, που προάγονται με την συμπλήρωση είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις η προαγωγή διενεργείται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων που υποβάλλεται μόνο μία φορά, τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους αυτού, εντός του οποίου συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για προαγωγή χρόνο, εφόσον έχουν εγγραφεί σε πίνακα διατηρητέων. Οι προαγόμενοι στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ στις δύο περιπτώσεις συμπληρώσεως του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, εξομοιώνονται με αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970 και προάγονται στον βαθμό του υπαστυνόμου α΄, με την συμπλήρωση τριών (3) ετών στον βαθμό τους, χωρίς να δικαιούνται περαιτέρω προαγωγής. Οι υπαστυνόμοι β΄ και α΄, που προέρχονται από προαγωγή ανθυπαστυνόμων στις δύο περιπτώσεις συμπληρώσεως του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, εκτελούν τα καθήκοντα του βαθμού τους, κατέχουν όμως οργανική θέση ανθυπαστυνόμου και μετατίθενται, αποσπώνται και μετακινούνται, όπως οι ανθυπαστυνόμοι, ενώ εντάσσονται σε ειδική επετηρίδα και η αρχαιότητά τους προσδιορίζεται από την χρονολογία κτήσεως του βαθμού. Ανεξαρτήτως όμως της χρονολογίας κτήσεως του βαθμού, οι υπαστυνόμοι β΄ και α΄ που προέρχονται από προαγωγή ανθυπαστυνόμων στις δύο περιπτώσεις συμπληρώσεως του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, είναι νεότεροι από τους ομοιοβάθμους τους αξιωματικούς που προέρχονται από την Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας καθώς και από τους ομοιοβάθμους τους αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970 που προέρχονται από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων. Επίσης οι υπαστυνόμοι β΄ και α΄, που προέρχονται από προαγωγή ανθυπαστυνόμων στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις συμπληρώσεως του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, όταν καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας, προάγονται οι μεν υπαστυνόμοι β΄ στους βαθμούς του υπαστυνόμου α΄ και αστυνόμου β΄, οι δε υπαστυνόμοι α΄ στον βαθμό του αστυνόμου β΄, εκτός οργανικών θέσεων, εφόσον κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες την σταδιοδρομία τους, εν όψει δε αποστρατείας, κατόπιν αιτήσεώς τους, τους απονέμεται ο αμέσως επόμενος βαθμός εν αποστρατεία, εφόσον συμπληρώνουν ένα (1) έτος στον κατεχόμενο βαθμό και κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες την σταδιοδρομία τους. Τέλος, οι ανθυπαστυνόμοι που δεν προάγονται στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ με την συμπλήρωση του οριζομένου, στις δύο αναφερθείσες περιπτώσεις, χρόνου υπηρεσίας, και οι οποίοι καταλαμβάνονται από το ισχύον όριο ηλικίας, προάγονται εν όψει αυτεπάγγελτης αποστρατείας στους βαθμούς του υπαστυνόμου β΄ και υπαστυνόμου α΄ εκτός οργανικών θέσεων, εξομοιούμενοι με αξιωματικούς του ν.δ. 649/1970.

 9. Επειδή από τα στοιχεία του φακέλου της κρινόμενης υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Με την 6003/3/89/29.11.2012 διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι ανθυπαστυνόμοι γενικών καθηκόντων, που προείρχοντο από τον βαθμό του αρχιφύλακα και συμπλήρωναν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως και 31.1.2013 είκοσι έξι (26) έτη πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους (1.1.1987 – 31.12.1987), να υποβάλουν μέχρι τις 31.12.2012 αίτηση για την προαγωγή τους στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παράγραφος 7 και 10 παράγραφος 2 του ν. 3686/2008. Εξάλλου, με την 6003/3/89α/11.12.2012 διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι ανθυπαστυνόμοι γενικών καθηκόντων, που προείρχοντο από τον βαθμό του αρχιφύλακα, και οι οποίοι είχαν ήδη συμπληρώσει ή συμπλήρωναν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως και 31.1.2013 είκοσι δύο (22) και πλέον έτη πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, εκ των οποίων έντεκα (11) και πλέον στον βαθμό τους, να υποβάλουν μέχρι τις 31.12.2012 αίτηση για την προαγωγή τους στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, σύμφωνα με την διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του ν. 3686/2008, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 25 παράγραφος 3 του ν. 4058/2012. Στην συνεχεία, βάσει των 39/5.4.2013 και 46/15.4.2013 πρακτικών του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Κρίσης Αστυφυλάκων, Αρχιφυλάκων και Ανθυπαστυνόμων (εκ των οποίων το πρώτο αφορούσε στους ανθυπαστυνόμους γενικών καθηκόντων που συμπλήρωναν είκοσι έξι [26] έτη πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους και το δεύτερο στους ανθυπαστυνόμους γενικών καθηκόντων που συμπλήρωναν τουλάχιστον είκοσι δύο [22] έτη πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, εκ των οποίων έντεκα [11] και πλέον στον κατεχόμενο βαθμό) καθώς και των πινάκων προακτέων και μη προακτέων που καταρτίσθηκαν από το εν λόγω Συμβούλιο για το έτος 2013, οι οποίοι κυρώθηκαν με τις 6003/14/681/18.4.2013 και 6003/14/682/18.4.2013 αποφάσεις του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, αντιστοίχως, με την 6003/3/89/1/18.4.2013 προσβαλλόμενη απόφαση προήχθησαν στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ εξακόσιοι εξήντα έξι (666) ανθυπαστυνόμοι γενικών καθηκόντων (από την έναντι του ονόματος εκάστου μνημονευόμενη ημερομηνία), κατ’ αποδοχήν των σχετικών αιτήσεών τους, λόγω συμπληρώσεως είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους ή είκοσι δύο (22) και πλέον ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, εκ των οποίων έντεκα (11) και πλέον έτη στον βαθμό τους, εντάχθηκαν δε στην προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του ν. 3686/2008 επετηρίδα ανθυπαστυνόμων, μετά τον ομοιόβαθμό τους υπαστυνόμο β΄… Μεταξύ των προαχθέντων, εξ άλλου, περιλαμβάνεται (με αύξοντα αριθμό 661) η καταταγείσα στην Ελληνική Αστυνομία στις 16.3.1987.., η οποία προήχθη στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου στις 7.1.2009 με την 6003/4/1199/7.1.2009 απόφαση του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.

 10. Επειδή όπως έχει κριθεί, η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος, επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Η συνταγματική αυτή αρχή δεσμεύει τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη και στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίζουν με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως. Πρέπει όμως η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες (ΣτΕ 1120 – 1124/2016 Ολομέλεια, 959, 1997/2015 Ολομέλεια). Περαιτέρω, η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους (ΣτΕ 711/2017 Ολομέλεια, 2625/2016 7μ., 959, 1997/2015 Ολομέλεια, 2462/2010 7μ., 2396/2004 Ολομέλεια). Και μπορεί μεν ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τους αναφερθέντες κανόνες οι οποίοι απορρέουν από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, εφόσον όμως οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 1120 – 1124/2016 Ολομέλεια, 959, 1997/2015 Ολομέλεια, πρβλ. 4064/1990, 170/1988, 2216/1975). Τέλος το ότι, όπως έχει κριθεί, δεν προστατεύεται από το Σύνταγμα η προαγωγική εξέλιξη των στρατιωτικών υπαλλήλων (ΣτΕ 1115/2005, 233/1999 7μ., πρβλ. 2037/1991 7μ., 3157/1983), στους οποίους περιλαμβάνονται οι αστυνομικοί υπάλληλοι (ΣτΕ 2603/2004, 4266, 4267/1999, 5041/1995, 2649/1987 Ολομέλεια), δεν σημαίνει ότι οι προαναφερθείσες συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής κατά την ρύθμιση του καθεστώτος προαγωγών των υπαλλήλων αυτών (πρβλ. ΣτΕ 3157/1983).

 11. Επειδή σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο νομοθέτης θέσπισε για τους ανθυπαστυνόμους του άρθρου 10 του ν. 3686/2008, προαγωγή στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ κατόπιν εισαγωγής με εξετάσεις και αποφοιτήσεως από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων ή επ’ ανδραγαθία, καθώς και με την συμπλήρωση του οριζομένου στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις χρόνου υπηρεσίας. Ειδικότερα η προαγωγή στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ βάσει του συνολικού χρόνου υπηρεσίας από την κατάταξη επελέγη από τον νομοθέτη κατ’ ενάσκηση της προαναφερθείσας ευχέρειάς του με θέσπιση γενικού και αντικειμενικού κριτηρίου, που συνάπτεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προς την κτηθείσα από τους αστυνομικούς υπαλλήλους εμπειρία κατά την διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. Επί πλέον η ρύθμιση αυτή υπαγορεύθηκε, σύμφωνα και με την σχετική αιτιολογική έκθεση που προεκτέθηκε, από τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος της εύρυθμης λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας με την δημιουργία κινήτρου περαιτέρω παραμονής στην υπηρεσία αστυνομικών υπαλλήλων με πολυετή εμπειρία και γνώσεις και την αποφυγή της επιβαρύνσεως των ασφαλιστικών ταμείων λόγω της πρόωρης εξόδου των υπαλλήλων αυτών από την υπηρεσία. Στο ίδιο πλαίσιο άλλωστε εντάσσεται η μεταγενέστερη πρόβλεψη προαγωγής στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ με την προϋπόθεση του συνδυασμού της συμπληρώσεως ορισμένου συνολικού χρόνου υπηρεσίας από την κατάταξη και ορισμένου χρόνου υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό (του ανθυπαστυνόμου), που αποτελεί επίσης γενικό και αντικειμενικό κριτήριο, συναφές προς το αντικείμενο της προαγωγικής εξελίξεως αστυνομικών υπαλλήλων. Η μεταγενέστερη αυτή ρύθμιση θεραπεύει, σύμφωνα με την σχετική αιτιολογική έκθεση, τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος της επ’ ωφελεία της υπηρεσίας πληρέστερης αξιοποιήσεως της πολυετούς εμπειρίας που έχουν αποκομίσει οι αστυνομικοί υπάλληλοι από την κατάταξή τους και δη στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου και της βελτιώσεως της υπηρεσιακής τους αποδόσεως με την παροχή κινήτρου ιεραρχικής εξελίξεως. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις του νόμου σχετικά με την προαγωγή ανθυπαστυνόμων στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, με την συμπλήρωση του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, δεν παραβιάζουν τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, δεδομένου, εξ άλλου, ότι από το Σύνταγμα δεν απορρέει υποχρέωση του νομοθέτη να θεσπίσει ως μοναδικό κριτήριο προαγωγής των αστυνομικών υπαλλήλων τον χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό ούτε να θεσπίσει τα ίδια κριτήρια για την προαγωγή σε διαφορετικούς βαθμούς (πρβλ. ΣτΕ 117 – 119/1978, 275, 577 – 589/1967 Ολομέλεια). Ειδικότερα η αρχική ρύθμιση του νόμου περί της σχετικής προαγωγής με την προϋπόθεση της συμπληρώσεως του οριζόμενου συνολικού χρόνου υπηρεσίας από την κατάταξη, κατ΄ ενάσκηση της προαναφερθείσας ευχέρειας του νομοθέτη για τον προσδιορισμό των κριτηρίων προαγωγής, συμπληρώνεται με την μεταγενέστερη πρόβλεψη περί προαγωγής ανθυπαστυνόμων στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ με την προϋπόθεση της συμπληρώσεως ορισμένου χρόνου υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, εκτός του οριζομένου (μικρότερου) συνολικού χρόνου υπηρεσίας από την κατάταξή τους, προς εκπλήρωση των προαναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Επομένως η μεταγενέστερη αυτή ρύθμιση του νόμου δεν καταδεικνύει ότι η δυνατότητα προαγωγής στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ με την συμπλήρωση του οριζομένου χρόνου πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξη έρχεται σε αντίθεση προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Εξ άλλου οι προαναφερθείσες διατάξεις, σύμφωνα και με τους μνησθέντες επιδιωκόμενους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, δεν προβλέπουν ότι προάγονται στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ και οι αρχαιότεροι στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου έναντι των προαγομένων με την συμπλήρωση του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, χωρίς να παραβιάζονται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Επίσης η δυνατότητα προαγωγής στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, ανθυπαστυνόμων βάσει του γενικού και αντικειμενικού κριτηρίου του χρόνου υπηρεσίας, που μπορεί να έχει ως συνέπεια να προάγονται νεότεροι κατά σειρά στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου, ανάγεται στις γενικότερες οργανωτικές ρυθμίσεις ως προς τον τρόπο και τον χρόνο υπηρεσιακής εξελίξεως των αστυνομικών υπαλλήλων που έχουν τον βαθμό του ανθυπαστυνόμου και δικαιολογείται βάσει των επιδιωκόμενων με τις διατάξεις αυτές σκοπών δημοσίου συμφέροντος, που αναφέρθηκαν. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί ειδικό τρόπο προαγωγής που αφορά αστυνομικούς υπαλλήλους που έχουν αρκετά έτη υπηρεσίας και βαίνουν προς το τελευταίο στάδιο της σταδιοδρομίας τους που ολοκληρώνεται με την αποστρατεία, βρίσκονται δε σε χαμηλή θέση στην ιεραρχία των βαθμών. Οι αστυνομικοί αυτοί υπάλληλοι μετά την επίδικη προαγωγή διέπονται σε ουσιώδη υπηρεσιακά ζητήματα από τα ισχύοντα για τον βαθμό του ανθυπαστυνόμου, είναι νεότεροι των ομοιοβάθμων τους που έχουν προαχθεί με τους άλλους τρόπους και έχουν περιορισμένη περαιτέρω εξέλιξη. Άλλωστε σύμφωνα με το προεκτεθέν εν γένει σύστημα προαγωγής ανθυπαστυνόμων στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄, η αρχαιότητα στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου δεν αποτελεί κριτήριο και στις άλλες οριζόμενες περιπτώσεις προαγωγής, κατόπιν εισαγωγής με εξετάσεις και αποφοιτήσεως από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων ή επ’ ανδραγαθία. Πάντως, οι αρχαιότεροι στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου σε σχέση με τους προαγόμενους με την συμπλήρωση του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, μπορούν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις για την εισαγωγή τους στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων και μετά την επιτυχή αποφοίτησή τους, να καταστούν αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους υπαστυνόμων που έχουν προαχθεί με την συμπλήρωση του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως του χρόνου κτήσεως του βαθμού τους, εντασσόμενοι στην ειδική επετηρίδα που προβλέπει ο νόμος. Κατόπιν των προηγουμένων είναι απορριπτέα όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Περαιτέρω, οι αναφερθείσες ρυθμίσεις περί προαγωγής ανθυπαστυνόμων στον βαθμό του υπαστυνόμου β΄ με την συμπλήρωση του οριζομένου χρόνου υπηρεσίας είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, δεν είναι δε δυσανάλογες προς αυτούς, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων και ειδικότερα των προβαλλόμενων περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας. Επί πλέον είναι απορριπτέα τα προβαλλόμενα ότι οι αρχαιότεροι στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου διαθέτουν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπέρτερα ουσιαστικά προσόντα έναντι των προαγόμενων βάσει των επίμαχων διατάξεων, διότι ο νομοθέτης για την εξυπηρέτηση των αναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος επέλεξε να αποδώσει βαρύτητα στον συνολικό χρόνο υπηρεσίας από την κατάταξη, που άλλωστε δεν έρχεται σε αντίθεση προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού η κρίσιμη εμπειρία των εν λόγω αστυνομικών υπαλλήλων δεν κτάται μόνο στον κατεχόμενο βαθμό αλλά καθ’ όλη την διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. Τέλος, είναι απορριπτέοι οι λόγοι με τους οποίους επιχειρείται να εξετασθεί η ουσιαστική ορθότητα της επιλογής των κριτηρίων προαγωγής των ανθυπαστυνόμων που προαναφέρθηκαν, διότι η εξέταση αυτή εκφεύγει των ορίων του δικαστικού ελέγχου (πρβλ. ΣτΕ 1798, 1797/2014, 1842, 1664, 1662/2008 7μ.,1253/2003 Ολομέλεια). Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γεώργιος Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε την εξής γνώμη: Η Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας, είναι δομημένη οργανωτικά σε μία αυστηρή ιεραρχία βαθμών και καθηκόντων. Έτσι σύμφωνα με το πρ. δ/γμα 24/1997 (Α΄ 29), σχετικά με τους Αξ/κούς της ΕΛΛΑΣ, η ιεραρχία περιλαμβάνει την ιεραρχία των βαθμών και την ιεραρχία των καθηκόντων. Ιεραρχία των βαθμών είναι η σειρά αυτών, ιεραρχία δε των καθηκόντων είναι η εκτίμηση της Διοικήσεως. Ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία των βαθμών, οι αξιωματικοί έχουν την ιδιότητα του ανωτέρου ή κατωτέρου. Οι ομοιόβαθμοι αξιωματικοί, ανάλογα με την αρχαιότητά τους, έχουν την ιδιότητα του αρχαιότερου ή νεότερου, εάν δεν συνδέονται με σχέση διοικητικής υπαγωγής ή εξαρτήσεως, η αρχαιότητα έχει ισχύ διαφοράς βαθμού (άρθρο 3). Περαιτέρω, στο αυτό, ως άνω πρ. δ/γμα 24/1997, ορίζεται ότι ο βαθμός καθιερώνει την ικανότητα για άσκηση ορισμένων καθηκόντων, παρέχει δε δικαιώματα και επιβάλλει υποχρεώσεις. Η αρχαιότητα των αξιωματικών, γενικών και ειδικών καθηκόντων, σε κάθε βαθμό προσδιορίζεται από την χρονολογία κτήσεως του βαθμού και ως τέτοια λογίζεται η χρονολογία υπογραφής του σχετικού πρ.δ/τος, εκτός των αποφοιτώντων από τις οικείες σχολές για τους οποίους ως χρονολογία κτήσεως του βαθμού λογίζεται η ημερομηνία ορκωμοσίας τους. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της ΕΛΛΑΣ η αυστηρή ιεραρχία βαθμών και καθηκόντων αποτελεί δομικό στοιχείο της οργανώσεώς της. Ενόψει αυτού οι επίδικες ρυθμίσεις, δηλαδή, η προαγωγή των Ανθυπαστυνόμων, κατόπιν σχετικής αποφάσεως του αρμόδιου Συμβουλίου Κρίσεων, με την συμπλήρωση είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους ή (βάσει μεταγενεστέρας ρυθμίσεως) εφόσον έχουν συμπληρώσει είκοσι δύο (22) έτη πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, από τα οποία έντεκα (11) στον βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, με την προϋπόθεση ότι είναι αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους, που προάγονται με την συμπλήρωση είκοσι έξι (26) ετών πραγματικής υπηρεσίας από την κατάταξή τους, παρίστανται αυθαίρετες και αντίθετες με την οργανωτική δομή της ΕΛΛΑΣ, η οποία σύμφωνα με τους οργανικούς της νόμους διέπεται από μία αυστηρή ιεραρχία βαθμών και καθηκόντων. Με τον τρόπο όμως αυτό οι επίδικες ρυθμίσεις εισάγουν αυθαίρετα κριτήριο προαγωγής (συμπλήρωση συνολικού χρόνου πραγματικής υπηρεσίας) των Ανθυπαστυνόμων σε αντίθεση με το όλο σύστημα οργανώσεως της ΕΛΛΑΣ και ως εκ τούτου οι ρυθμίσεις αυτές καθ’ ο μέρος ανατρέπουν την αρχαιότητα στον βαθμό του Ανθυπαστυνόμου αντίκεινται στον συνταγματικό κανόνα του άρθρου 4 παρ. 1. Σύμφωνα όμως με ερμηνεία των επιδίκων διατάξεων σύμφωνα με το Σύνταγμα και ενόψει του συστήματος οργανώσεως του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας με αυστηρή ιεραρχία βαθμών και καθηκόντων, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι κατά την αληθή έννοια των επιδίκων διατάξεων μπορούν να προαχθούν στον βαθμό του Υπαστυνόμου Β΄ και όλοι οι αρχαιότεροι, στην επετηρίδα, στον βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, ανεξάρτητα από το αν έχουν συμπληρώσει τον χρόνο συνολικής υπηρεσίας, από τον χρόνο κατατάξεώς τους, όπως προβλέπουν οι επίδικες ρυθμίσεις.

 12. Επειδή μετά την επίλυση των αναφερθέντων γενικοτέρου ενδιαφέροντος ζητημάτων, για τα οποία εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η κρινόμενη αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να την παραπέμψει στο αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο, αλλά ότι πρέπει να την κρατήσει και να την δικάσει περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3900/2010.

 13. Επειδή δεν αφορούν σε πλημμέλεια της εκδηλωθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση παραλείψεως προαγωγής των αιτούντων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα τα προβαλλόμενα ότι οι προαχθέντες βάσει της επίδικης περιπτώσεως είναι πιθανόν να επιδείξουν έναντι των αιτούντων, ως ιεραρχικώς ανώτεροί τους, συμπεριφορά αποδοκιμαζόμενη από τις αρχές του κράτους δικαίου και, ιδίως, από το άρθρο 25 παράγραφος 3 του Συντάγματος και μη συμβατή προς τον τρόπο διοικήσεως και δράσεως της Ελληνικής Αστυνομίας. Άλλωστε επί παρανόμων ενεργειών αστυνομικών υπαλλήλων προβλέπονται από την νομοθεσία κυρώσεις.

 14. Επειδή οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους γίνεται επίκληση του άρθρου 22 παράγραφος 1 του Συντάγματος, είναι απορριπτέοι, διότι η συνταγματική αυτή διάταξη αναφέρεται στο κοινωνικό δικαίωμα της εργασίας και προϋποθέτει την παροχή εξηρτημένης εργασίας με σχέση ιδιωτικού δικαίου (βλ. ΑΕΔ 16/1983, ΣτΕ 3299/2014 Ολομέλεια 19η σκέψη, 4436/2012, 3856/2010, 1202, 242/2006, 4388/2005, 1438 – 1442/2005 7μ., 3713/2002, 1857/2000, 3078/1997, 629/1996, 6183/1995, 1821/1995 Ολομέλεια, 392, 393/1993 7μ., 2930/1989, 2112/1984) και δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση των αστυνομικών υπαλλήλων, οι οποίοι συνδέονται με ειδική σχέση με το Δημόσιο που διέπεται από κανόνες δημοσίου δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 2151/2015 Ολομέλεια 17η σκέψη). 

 15. Επειδή κατόπιν των προηγουμένων, το Δικαστήριο επιλύει το προαναφερθέν γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα και περαιτέρω κρατεί, δικάζει και απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως. Επίσης απορρίπτει την ασκηθείσα παρέμβαση και δεν καταλογίζει για αυτήν δικαστική δαπάνη, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 εδάφιο έκτο του ν. 3900/2010. 

 Δ ι ά  τ α ύ τ α

 Επιλύει το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.

 Κρατεί, δικάζει και απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως.

 Απορρίπτει την παρέμβαση. …

ThanasisΣτΕ 2825/2018 – Ελληνική Αστυνομία