Δ.Π. Αλεξανδρούπολης 152/2023

Συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση, αναδρομικός διορισμός, αναδρομικές αποδοχές, συμψηφισμός ζημίας και ωφέλειας, παραγραφή αξιώσεων.

Αριθμός Απόφασης: Α 152/2023

ΑΓ 187/2021

ΕΑΥ: 2021041401

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με δικαστές τους: Θεόδωρο Κώνστα, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Αναστασία Κουτουλίδου και Άννα Κελεσίδου (Εισηγήτρια), Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα την Ροδούλα Γόιδα, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την αγωγή, η οποία κατατέθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης στις 20.12.2021

του … του …, κατοίκου … (οδός … αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε με την από 02.12.2022 δήλωση του άρθρου 133 παρ.2 του Κ.Δ.Δ. που κατέθεσε η πληρεξούσια δικηγόρος Βασιλική Σκορδάκη

κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.πδ.δ. – ο.τ.α. β΄ βαθμού) με την επωνυμία «Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης», που εδρεύει στην Κομοτηνή, εκπροσωπείται νόμιμα από τον Περιφερειάρχη αυτής και παραστάθηκε με την από 06.12.2022 δήλωση του άρθρου 133 παρ.2 του Κ.Δ.Δ. που κατέθεσε η πληρεξούσια δικηγόρος Στάμω Πατσουρίδου-Τσιακορούδη.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία και σκέφθηκε κατά το νόμο,

Η κρίση του είναι η εξής:

1. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της Α60/2021 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε στο παρόν Δικαστήριο ως κατά τόπον αρμόδιο. Με την αγωγή αυτή, το συνολικό αίτημα της οποίας νομίμως τράπηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ.3 εδ.β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999 – Α ΄97), με την κατατεθείσα στις 02.12.2022 στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφη δήλωση της δικηγόρου του ενάγοντος, ζητείται, κατ΄ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, π.δ. 456/1984, Α΄ 164), να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης Περιφέρειας να καταβάλει στον ενάγοντα: α) το ποσό των 249.938,86 ευρώ, νομιμοτόκως από τον χρόνο που κατέστη ληξιπρόθεσμο κάθε μηνιαίο ποσό, άλλως, από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς του, παράλειψη του Νομάρχη Έβρου να προσδώσει αναδρομικά αποτελέσματα στην …/16.03.2010 πράξη του, με την οποία αυτός διορίσθηκε, ως δόκιμος υπάλληλος, σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΠΕ Μηχανικών (ειδικότητας Ηλεκτρολόγων Μηχανικών) του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου και την εξ αυτής μη νόμιμη στέρηση των αποδοχών που θα ελάμβανε για το χρονικό διάστημα από 19.06.2001 έως 22.12.2010 και β) ποσό 5.000.00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση, κατ’ άρθρο 932 του ΑΚ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την ίδια ως άνω αιτία.

2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α’ 268), συνάγεται ότι η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή διοικητικού δικαστηρίου, υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες στην αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την πράξη αυτή, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη (ΣτΕΟλ 1834/2021 σκ.14, ΣτΕ 7μ 2824/2018 σκ.7, ΣτΕ 593/2021 σκ.6, ΣτΕ 3607/2013 σκ.2, 4016/2012 σκ.4, 100/2011 σκ.4, κ.α.).

3. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, […] ». Κατά δε το άρθρο 106 του ιδίου Νόμου, «οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Στην εν λόγω αποζημίωση περιλαμβάνεται τόσο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου περιουσία του ζημιωθέντος, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη αυτός με τη στέρηση, εξαιτίας της παράνομης πράξης ή παράλειψης, παροχών τις οποίες με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, θα αποκόμιζε, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη αυτή πράξη ή παράλειψη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ειδικότερα ότι, αν το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αρνηθεί να προσλάβει υποψήφιο και η άρνηση αυτή ακυρωθεί στη συνέχεια με απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, ακολούθως δε η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση, διορίσει τον υποψήφιο αναδρομικώς στην πιο πάνω θέση ή υπέχει υποχρέωση τέτοιου αναδρομικού διορισμού του, ο εν λόγω υποψήφιος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εκ του ότι κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού του μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγματι υπηρεσία δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει αν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από την ημερομηνία στην οποία ανατρέχει αναδρομικώς ο διορισμός του (ΣτΕ 7/2017 σκ. 4, 879/2017 σκ.8, 850/2015 σκ.3, 3607/2013 σκ.3, 3319/2011 σκ.4). Στις κατά τα ανωτέρω αποδοχές περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσης και οποιασδήποτε μορφής επιδόματα τα οποία καταβάλλονται στα όργανα του Κράτους που τελούν σε ενεργό υπηρεσία, έστω και αν τα επιδόματα αυτά συναρτώνται, είτε κατά τον νόμο είτε κατά τη φύση τους, προς ενεργό υπηρεσία, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι τα επιδόματα αυτά αφενός καταβάλλονταν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους τελούντες σε ενεργό υπηρεσία και αφετέρου θα καταβάλλονταν, με σοβαρή πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και στον παρανόμως μη προσληφθέντα σε δημόσια υπηρεσία, στην περίπτωση που δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη άρνηση πρόσληψής του. Εξάλλου, η αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από τη παράνομη στέρηση αποδοχών, περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθάριστων (μεικτών) αποδοχών του ζημιωθέντος, τις οποίες θα ελάμβανε αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη πράξη της απόλυσης, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι νόμιμες κρατήσεις, οι οποίες δεν αποτελούν μεν αντικείμενο της δίκης για την αποζημίωση και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που την επιδικάζει, παρακρατούνται, όμως, από την Διοίκηση κατά την εκτέλεση της απόφασής και αποδίδονται στους δικαιούχους τρίτου(πρβλ. Α.Ε.Δ. 33/1999 σκ.4, βλ. ΣτΕ 879/2017 σκ.6, 296/2015 σκ.8, 1792/2007 σκ.4, ΑΠ 1074/2008). Περαιτέρω, ο τυχόν προσπορισμός ωφέλειας εκ μέρους του παρανόμως μη προσληφθέντος, λόγω ανυπαρξίας, κατά τη διάρκεια της εκτός υπηρεσίας παραμονής του, των ειδικών συνθηκών, για την αντιμετώπιση των οποίων χορηγούνται τα επιδόματα αυτά, δεν αίρει την έννοια της ζημίας επί της οποίας θεμελιώνεται η ειδική αδικοπραξία του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αλλά, ενδεχομένως, αποτελεί, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, λόγο μείωσης ή εκμηδενισμού της αποζημίωσης, κατόπιν προβολής εκ μέρους του εναγόμενου Δημοσίου σχετικής ένστασης προς συμψηφισμό ζημίας και κέρδους (πρβλ. ΣτΕ 1987/2018 σκ.3, 3258/2015 σκ.4, 4387/2014 σκ.3, 206/2014 σκ.4, 3713/2010 σκ.3). Τέλος, όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Τέτοιος σύνδεσμος δεν υπάρχει, ωστόσο, όταν ζημία και ωφέλεια στηρίζονται σε διαφορετική αιτία η καθεμία (ΣτΕ 3142/2015 σκ.3, 296/2015 σκ.4). Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (βλ. ΣτΕ 7μ 1085/2016 σκ.3, 866/2011 σκ.6, ΣτΕ 1202/2022 σκ.20, 2871/2020 σκ.3, 1578/2018 σκ.3, 296/2015 σκ.4). Περαιτέρω, ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους χωρεί, καταρχήν, κατόπιν υποβολής σχετικής ένστασης εκ μέρους του εναγομένου, λόγω, όμως, του ότι ο συνυπολογισμός αυτός είναι μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς έκτασης της ζημίας, μπορεί να χωρήσει και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης (ΣτΕ7μ 866/2011 σκ.6, 2150/2017 σκ.2, 296/2015 σκ.4, βλ. όμως και ΣτΕ 1202/2022 σκ.20-21).

4. Επειδή, στο άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. […] ». Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αστικής ευθύνης του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (βλ. ΣτΕ7μ 4133/2011 σκ.4, 2100/2006 σκ.4, ΣτΕ 3292/2017 σκ.4, 3695/2015 σκ.3, 2175/2012 σκ.9, 4343/2009 σκ.5, 3312/2009 σκ.4), συνάγεται ότι, ανεξαρτήτως της αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία, παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, που θέτουν υπόψη του οι διάδικοι (βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, είδος προσβολής κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (βλ.ΣτΕ 2447/2021 σκ.4, 1950/2020 σκ.4, 2473/2019 σκ.5, 1581/2018 σκ.5, 596/2017 σκ.4, 1055/2016 σκ.3).

5. Επειδή, στο ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους» (Α΄ 247), ο οποίος, σύμφωνα με την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται στο άρθρο 90 παρ. 3 ότι: «Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της», στο άρθρο 91 ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής […]», στο άρθρο 93 ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως σε δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών […]» και στο άρθρο 94 ότι: « […] Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.». Ωστόσο, σύμφωνα με την μειοψηφούσα άποψη της Εισηγήτριας, στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοστέο είναι το ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α΄204), το οποίο εφαρμόζεται και στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις σύμφωνα με το άρθρο 95 του π.δ. 30/1996 (βλ. ΣτΕ 2128/2019 σκ.6, 4409/2015 σκ.16, 2506/2014 σκ.14, 1800/2013 σκ.12, 2692/2009 σκ.14). Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 75 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζεται ότι: «2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματα της αγωγής επέρχονται, ως προς τον εναγόμενο, από την επίδοση της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διακόπηκε, αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης».

6. Επειδή, κατά τα κριθέντα με τις 32/2008 και 1/2012 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α΄ του ν. 2362/1995 συνάγεται ότι με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή οιασδήποτε φύσης απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της διετούς αυτής παραγραφής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης (ΣτΕ 4034/2015 σκ.4, 1147/2014 σκ.5 κ.ά.). Περαιτέρω, η αξίωση για καταβολή διαφοράς αποδοχών υποψηφίου υπαλλήλου του Δημοσίου ή Ο.Τ.Α., που διορίζεται αναδρομικά σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου γεννάται και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη από την έκδοση της σχετικής απόφασης περί αναδρομικού διορισμού του, οπότε και αρχίζει να τρέχει η οικεία διετής παραγραφή (πρβλ. ΣτΕ 390/2019 σκ.12, 1292/2013 σκ.5, 941/2013 σκ.6).

7. Επειδή, εξάλλου, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2070/2020 σκ. 4 και εκεί παραπομπές σε ΣτΕ 255/2017, 4034/2015, 1761/2013, 1284/2013, 941/2013, 3411/2009 και ΣτΕ 4016/2012, 3191/2005), επί αξιώσεως υπαλλήλου του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. προς απόληψη αναδρομικώς αποδοχών ως αποζημίωση λόγω παράνομης παράλειψης καταβολής τους από το Δημόσιο, πέραν του ότι η εν λόγω αποζημιωτική αξίωση διακόπτεται με την άσκηση, μεταξύ άλλων, αιτήσεως ακυρώσεως κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης που αποτέλεσε τη βάση της (ΣτΕ 7μ 2152/2010 σκ.6, ΣτΕ 4402/2015 σκ.4, 2317/2013 σκ.2, 1287/2013 σκ.5) και ότι δεν ισχύει στη διοικητική δίκη η αρχή της συμπληρώσεως της παραγραφής εν επιδικία (ΣτΕ 2268/2017 σκ.4, 2998/2015 σκ.7, 4381/2014 σκ.3, 2317/2013 σκ.2), πάντως, από την έκδοση ή δημοσίευση πράξεως της Διοικήσεως προς συμμόρφωση, όπως έχει υποχρέωση, σε ακυρωτική δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη με αντικείμενο, κατά τα ανωτέρω, τη βάση της αποζημιωτικής αξίωσης, και εφ’ όσον η συμμόρφωση είναι πλημμελής, έτσι ώστε να παραμένει ανικανοποίητη η αξίωση απολήψεως των αναδρομικών αποδοχών, γεννάται πλέον εκ του λόγου τούτου -της πλημμελούς συμμορφώσεως- νέα αξίωση επί την απόληψη των αποδοχών, με τον αντίστοιχο χρόνο παραγραφής.

8. Επειδή, επιπροσθέτως, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, οι αποδοχές των τακτικών υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. β΄ βαθμού, καθορίζονταν αρχικά από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 14 του ν. 2470/1997 (Α΄ 40), οι οποίες ίσχυαν, κατά το άρθρο 33 του νόμου αυτού, από 01.01.1997 έως και 31.12.2003. Στις διατάξεις αυτές προβλεπόταν ότι το προσωπικό των Ο.Τ.Α. εξελισσόταν σε μισθολογικά κλιμάκια (άρθρο 2), τα οποία για τους υπαλλήλους Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ήταν 18 (άρθρο 3), οριζόταν ο χρόνος και τρόπος της μισθολογικής του εξέλιξης (άρθρα 6 και 7), ενώ οι τακτικές τους αποδοχές αποτελούνταν από τον βασικό μισθό (άρθρο 7) και τα τακτικά επιδόματα (άρθρο 8), ενώ λάμβαναν επιδόματα εορτών και αδείας (άρθρο 9), μηνιαία οικογενειακή παροχή (άρθρο 12) και κίνητρο απόδοσης (άρθρο 13). Στη συνέχεια, το μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων αυτών μεταβλήθηκε και ρυθμιζόταν από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του ν. 3205/2003 ( Α΄ 56), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 56 του νόμου αυτού, από 01.01.2004, οπότε και καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 14 του προγενέστερου ν. 2470/1997 (βλ. άρθρο 28 του ν. 3205/2003).

9. Επειδή, στην παρ. 2 περ. α του άρθρου 8 του ν. 2430/1996 (Α 156), όπως τροποποιήθηκε με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 25 του άρθρου 18 του ν. 2503/1997 (ΦΕΚ Α΄107) ορίσθηκε ότι: «Στους μόνιμους και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους, μηχανικούς διπλωματούχους ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) καταβάλλεται ειδικό επίδομα (αντιστάθμισμα από το σύνολο των πιστώσεων των προγραμμάτων των δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, που διατίθενται κάθε χρόνο για την εκπόνηση μελετών και την κατασκευή δημόσιων έργων στους ανωτέρω φορείς, για την παροχή κινήτρων για την προσέλκυση ικανών επιστημόνων στη δημόσια διοίκηση και εξάντληση της θητείας τους, την κατοχή και αποκλειστική χρήση στην υπηρεσία της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, τις αυξημένες ευθύνες στην εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των δημόσιων έργων και γενικότερα για την υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και για την ταχύτερη απορρόφηση των διασφαλισμένων κοινοτικών και εθνικών πόρων. […]. Η διάταξη αυτή ισχύει από 15.7.1996. Το ειδικό αυτό επίδομα ορίζεται σε ποσοστό επτά τοις χιλίοις (7‰) στο όριο πληρωμών των ανωτέρω πιστώσεων του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων […] . To ύψος του μηνιαίου ειδικού επιδόματος, το οποίο καταβάλλεται ισόποσα ανά δίμηνο στους ανωτέρω υπαλλήλους, που μαζί με κάθε άλλη πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση δεν μπορούν μηνιαίως να υπερβαίνουν το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης, καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Οικονομικών. Με την αυτή απόφαση ή άλλη όμοια καθορίζεται γενικά η διαδικασία καταβολής του ειδικού επιδόματος, ο τρόπος διαχείρισης του ειδικού λογαριασμού, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. Το ανωτέρω ειδικό επίδομα καταβάλλεται από 1.1.1996». Κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως του ν. 2430/1996 εκδόθηκε η υπ’αριθ. 2055818/8620/022/23.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (Β΄739) με την οποία καθορίσθηκε το ύψος του μηνιαίου ειδικού επιδόματος, η διαδικασία καταβολής αυτού και ο τρόπος διαχείρισης του ειδικού λογαριασμού. Στη συνέχεια, κατ’ εξουσιοδότηση της ίδιας διατάξεως του ν. 2430/1996 εκδόθηκε η υπ ’αριθ. 2/3290/0022/21.1.2004(Β΄ 131/29.1.2004) κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία τροποποιήθηκε η προηγούμενη κοινή υπουργική απόφαση και το επίδομα καθορίσθηκε στο ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως από 01.01.2004. Ακολούθως, με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3554/2007 (Α΄ 80), με την οποία αντικαταστάθηκε το τρίτο εδάφιο της περιπτώσεως α της παραγράφου 2 του άρθρου 8 ν. 2430/1996, ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ειδικό επίδομα – αντιστάθμισμα των ανωτέρω δικαιούχων ανέρχεται σε πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ μηνιαίως.

10. Επειδή, με την παρ. 34 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 (Α΄ 137) προστέθηκε νέα περίπτωση β1 στο άρθρο 7 παρ. 1 περ. β΄ του Α.Ν. 2326/1940 (Α΄ 145). Με την περίπτωση αυτή θεσπίσθηκε νέος πόρος υπέρ του Ταμείου Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) αποτελούμενος «εκ κρατήσεως έξι τοις χιλίοις (6‰) υπέρ τρίτων επί παντός ανεξαιρέτως λογαριασμού πληρωμής εργολάβου φυσικού ή νομικού προσώπου είτε ούτος κέκτηται πτυχίο εργολάβου Δημοσίων Έργων είτε μη και επί των οπωσδήποτε εκτελουμένων έργων υπό του Δημοσίου, Δήμων και Κοινοτήτων και νομικών εν γένει προσώπων δημοσίου δικαίου […]» ενώ με την παράγραφο 35 του ίδιου άρθρου προέβη στη θεσμοθέτηση πρόσθετης αμοιβής των διπλωματούχων Α.Ε.Ι. μηχανικών που υπηρετούν στο Δημόσιο, σε ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., μέσω της διάθεσης του ανωτέρω εισπραττόμενου πόρου. Κατ’ εξουσιοδότηση δε της παραγράφου 35 του αυτού άρθρου εκδόθηκε η 17α/07/27/Φ.2.3/1993 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Β΄ 731), με την οποία προσδιορίσθηκαν τα ποσοστά επί του πόρου, τα οποία αναλογούν σε κάθε μία από τις προβλεπόμενες κατηγορίες μηχανικών (παρ. 1) και, περαιτέρω, ορίσθηκε ότι το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. είναι ο φορέας διακίνησης και απόδοσης στους μηχανικούς των ποσών που αυτοί δικαιούνται (παρ. 2), ότι η καταβολή των ποσών θα γίνεται ανά δίμηνο, με διαδικασία και μεθοδολογία που θα κριθεί προσφορότερη από το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. (παρ. 4). Ο προβλεπόμενος αυτός πόρος του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. διατίθεται, σύμφωνα με την παρ. 35 του ίδιου άρθρου, ως πρόσθετη αμοιβή στους μηχανικούς διπλωματούχους Α.Ε.Ι. υπαλλήλους (μονίμους και συμβασιούχους) του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. για την προσαύξηση των αποδοχών τους και, συγκεκριμένα, ως κίνητρο για την βελτίωση της απόδοσής τους και για την προσέλκυση και παραμονή τους στην δημόσια υπηρεσία και μάλιστα σε προβληματικές περιοχές (βλ. εισηγητική έκθεση επί των ανωτέρω διατάξεων του νόμου και ΣτΕ 2276/2009 σκ.8, 2266/1998 σκ.5).

11. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 151 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάζει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο» και στο άρθρο 155 του ίδιου Κώδικα ότι: «1. Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί να ζητά, από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, πληροφορίες και στοιχεία χρήσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης. Όλοι αυτοί έχουν την υποχρέωση να παρέχουν προς το δικαστήριο τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τους ζητούνται, μέσα στην τασσόμενη με την απόφαση προθεσμία. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 42. 2. […] 3. Επίσης, το δικαστήριο με απόφασή του, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να ζητεί από τη Διοίκηση τη διενέργεια πολύπλοκων αριθμητικών υπολογισμών, σύμφωνα με τα κριθέντα με την απόφαση αυτή, ορίζοντας συγχρόνως ρητή δικάσιμο για την περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης. Η σχετική έκθεση της Διοίκησης υποβάλλεται υποχρεωτικώς στο δικαστήριο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη νέα δικάσιμο (όπως η παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν.3659/2008, Α΄ 77). 4. Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους αποφάσεις επιδίδονται στους διαδίκους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 195. 5. […] ».

12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 4/3Κ/2001 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. προκηρύχθηκε η πλήρωση, με σειρά προτεραιότητας, μεταξύ άλλων, δύο (2) θέσεων υπαλλήλων του κλάδου ΠΕ5 Ηλεκτρολόγων Μηχανικών στο Νομαρχιακό Διαμέρισμα Έβρου. Ο ενάγων, ο οποίος υπέβαλε την από 21.02.2001 αίτηση συμμετοχής στην ανωτέρω διαδικασία, αποκλείσθηκε από την διαγωνιστική διαδικασία, κατά δε του προσωρινού πίνακα αυτός άσκησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση 708/2001 του Γ΄ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π και δεν συμπεριλήφθηκε, τελικώς, στον πίνακα διοριστέων, που κυρώθηκε με την 823/14.06.2001 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Γ΄ 200/19.06.2001), Κατά της απόφασης αυτής του Α.Σ.Ε.Π., καθώς και κατά της 708/2001 απόφασης του ίδιου οργάνου, με την οποία είχε απορριφθεί η σχετικώς ασκηθείσα ένσταση του, ο ενάγων άσκησε αίτηση ακύρωσης, η οποία έγινε δεκτή με την 1174/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, η οποία επικυρώθηκε και κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν απόρριψης της ασκηθείσας κατ’ αυτής έφεσης με την 1482/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακυρώθηκε ο οριστικός πίνακας κατάταξης κατά το μέρος που αφορούσε τον ενάγοντα και η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Α.Σ.Ε.Π. για να προβεί στις περαιτέρω νόμιμες ενέργειες. Με την 210/2010 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (τ. Γ΄93/11.02.2010), σε εκτέλεση της 1174/2002 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 παρ.17 του ν. 2190/1994, ο ενάγων διεγράφη από τον πίνακα απορριπτέων, κατετάγη στον κύριο πίνακα προτεραιότητας του κλάδου ΠΕ5 Ηλεκτρολόγου Μηχανικού της Νομαρχίας Έβρου και διατέθηκε προς διορισμό στη θέση του ανωτέρω κλάδου στην Ενιαία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης – Έβρου (Ν.Δ. Έβρου με κωδ.φορέα 0206714), στην οποία είχε διατεθεί προς διορισμό έτερος συνυποψήφιος του, ή ελλείψει τέτοιας θέσης, σε συνιστώμενη για το σκοπό αυτό προσωποπαγή θέση. Με την 766/16.03.2010 απόφαση του Νομάρχη Έβρου, δημοσιευθείσα στο Φ,Ε.Κ. Γ΄ 1124 στις 23.11.2010, ο ενάγων διορίσθηκε δόκιμος υπάλληλος σε κενή οργανική θέση του κλάδου Μηχανικών, ειδικότητας Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου, με εισαγωγικό βαθμό Δ΄, ακολούθως δε ορκίσθηκε και ανέλαβε υπηρεσία στις 22 Δεκεμβρίου του 2010. Κατά της ανωτέρω 766/10.03.2010 απόφασης του Νομάρχη Έβρου, ο ενάγων άσκησε. την ΑΚ14/20.01.2011 αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, προβάλλοντας ότι είναι παράνομη η εκδηλωθείσα με αυτήν άρνηση της Διοίκησης να προσδώσει στο διορισμό του αναδρομική ισχύ σε συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της 1174/2002 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το Διοικητικό Εφετείο Κομοτηνής με την 533/2013 απόφασή του δέχθηκε την ασκηθείσα αίτηση και ακύρωσε την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Έβρου, καθ’ ο μέρος δεν διελάμβανε ρήτρα για τον αναδρομικό διορισμό του ενάγοντος. Ειδικότερα, με αυτήν κρίθηκε ότι, εφόσον η Διοίκηση, σε συμμόρφωση με την 1174/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, έκρινε ότι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση διορισμού του αιτούντος στην εν λόγω οργανική θέση, με προσθήκη αυτού στον οικείο πίνακα διοριστέων, όφειλε να τον διορίσει αναδρομικά από τότε που διορίσθηκαν οι λοιποί επιτυχόντες του αρχικού πίνακα, προκειμένου να αποκατασταθούν τα πράγματα στη θέση στην οποία θα ήταν, αν δεν είχε χωρήσει ο μη νόμιμος αποκλεισμός του από την προκηρυχθείσα θέση. Ενόψει δε της ακύρωσης της απόφασης του Νομάρχη Έβρου κατά το μέρος που δεν προσδόθηκε αναδρομικότητα στον διορισμό του ενάγοντος, η υπόθεση αναπέμφθηκε στην Διοίκηση για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες. Στη συνέχεια, με την 4408/18.09.2014 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, δημοσιευθείσα στο Φ.Ε.Κ. Γ 1678 στις 12.12.2014, τροποποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Έβρου και προσδόθηκε αναδρομική ισχύς στον διορισμό του ενάγοντος από 10.12.2001, ημερομηνία κατά την οποία διορίσθηκαν οι συνυποψήφιοι αυτού, όπως αναφέρονταν στον αρχικό οριστικό πίνακα κατάταξης, που είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 308/ τ. Ν.Π.Δ.Δ. στις 10.12.2001.

13. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, νομίμως επιδοθείσα στο εναγόμενο στις 23.09.2014 (σχετ. η 836/23.09.2014 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Αθανάσιου- Σωτήριου Τσαρδακλή), όπως αυτή αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν στις 14.12.2022 υπόμνημα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι ο διορισμός του έγινε σε συμμόρφωση με δικαστική απόφαση και, όπως κρίθηκε με την 533/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, η σχετική απόφαση διορισμού του έπρεπε να διαλαμβάνει ρήτρα αναδρομικότητας, η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης κατά πλημμελή συμμόρφωση με την απόφαση αυτή αρνείται να του καταβάλλει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 19.06.2001 (ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύθηκε ο αρχικός πίνακας διοριστέων της οικείας προκήρυξης και συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς του, ανατρέχει ο διορισμός του), μέχρι και την 22.12.2010. Ενόψει τούτων, ζητεί κατ’ επίκληση των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου νομικού προσώπου να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 249.938,86 ευρώ που αντιστοιχεί, κατά τους ισχυρισμούς του, στις συνολικές ακαθάριστες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 19.06.2001 έως 22.12.2010, τις οποίες στερήθηκε λόγω της ανωτέρω παράνομης παράλειψης του εναγομένου και παρανόμως δεν έχουν καταβληθεί σε αυτόν. Ειδικότερα, ως προς την αποθετική του ζημία, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι για όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές του θα ανέρχονταν στο ποσό των 1.377,16 ευρώ και αποτελούνταν από βασικό μισθό ύψους 1.025,00 ευρώ, επίδομα συζύγου ύψους 35,00 ευρώ, επίδομα τέκνων ύψους 18,00 ευρώ, επίδομα παραμεθορίων περιοχών ύψους 97,15 ευρώ, κίνητρο απόδοσης ύψους 100,00 ευρώ και προσωπική διαφορά του άρθρου 24 του ν. 3205/2003 ύψους 102,01 ευρώ. Επιπροσθέτως, θα ελάμβανε το ειδικό επίδομα 6/οοο του ν.2166/1993 το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 132,50 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2010 ανήλθε μηνιαίως στο ποσό των 287,00 ευρώ, καθώς και το επίδομα 7/οοο του ν. 2430/1996 ύψους 445,28 ευρώ μηνιαίως. Ενόψει τούτων, ισχυρίζεται ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλλει για το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 249.938,86 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: α) για τις μηνιαίες αποδοχές το ποσό των [1.377,16 ευρώ μηνιαίες αποδοχές Χ 133,5 μήνες (συμπεριλαμβανομένων και των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας) =] 183.850,86 ευρώ, β) για το επίδομα του ν. 2166/1993 το ποσό των [132 ευρώ Χ 112 μήνες (ήτοι μέχρι και τον 10ο/2010) + 287 ευρώ Χ 2 μήνες ( για τον 11ο και τον 12ο του 2010) =] 15.358,00 ευρώ και γ) για το επίδομα του ν. 2430/1996 το ποσό των [445,00 ευρώ Χ 114 μήνες = ] 50.730,00 ευρώ. Επίσης, ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 5.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που διατείνεται ότι υπέστη από την ανωτέρω παράνομη παράλειψη. Όπως άλλωστε εκθέτει ο ενάγων, οι ένδικες αξιώσεις του δεν έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 90 του ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, διότι η αρξάμενη παραγραφή της αξίωσής του διακόπηκε στις 20.01.2011, οπότε και άσκησε την 14/.20.01.2011 αίτηση ακύρωσης κατά της πράξης διορισμού του, και στη συνέχεια, με την έκδοση της 533/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής εκκίνησε νέα παραγραφή αυτών. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ο ενάγων, επικαλείται και προσκομίζει σε φωτοαντίγραφα, πλην των ήδη αναφερθέντων δημοσίων εγγράφων και δικαστικών αποφάσεων, τα εξής: 1) Αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας του ενάγοντος που αφορούν τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο 2011, από τις οποίες προκύπτει ότι για τους συγκεκριμένους μήνες το σύνολο των μικτών αποδοχών του ανερχόταν στο ποσό των 1.377,16 ευρώ (βασικός μισθός 1.025,00 ευρώ, επίδομα κινήτρου απόδοσης 100,00, επίδομα συζύγου 35,00 ευρώ, επίδομα τέκνων 18,00 ευρώ, προσωπική διαφορά 102,01 ευρώ και επίδομα παραμεθορίων περιοχών 97,15 ευρώ), 2) την από 22.03.2011 βεβαίωση αποδοχών, που υπογράφεται από την Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Οικονομικής Διοίκησης του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων και αφορά την υπάλληλο Χριστίνα Μαυράκη, από την οποία προκύπτει ότι καταβλήθηκαν σε αυτήν: α) για το ειδικό επίδομα 6/οοο του ν. 2166/1993 για το χρονικό διάστημα από 01.07.2010 έως και 31.12.2010 μικτό ποσό 1.104,00 ευρώ και καθαρό ποσό 855,04 ευρώ, ανερχόμενο μηνιαίως στο ακαθάριστο ποσό των 132,50 ευρώ και καθαρό πληρωτέο ποσό 102,62 ευρώ και β) για το ειδικό επίδομα 7/οοο του ν. 2430/1996 για το χρονικό διάστημα από 01.07.2010 έως και 31.12.2010 μικτό ποσό 2.671,68 ευρώ και καθαρό ποσό 2.123,94 ευρώ, ανερχόμενο μηνιαίως στο ακαθάριστο ποσό των 445,28 ευρώ και καθαρό πληρωτέο ποσό 353,99 ευρώ.

14. Επειδή, η εναγόμενη Περιφέρεια με το από 22.01.2019 έγγραφο απόψεων και το νομίμως κατατεθέν στις 06.12.2022 υπόμνημά της, ζητά την απόρριψη της αγωγής, προβάλλοντας καταρχάς ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά, διότι η εκδοθείσα από τον Νομάρχη Έβρου 766/2010 απόφαση, εκδόθηκε κατά δέσμια αρμοδιότητα σε εκτέλεση της 210/03.02.2010 απόφασης του Α.Σ.Ε.Π., με την οποία αναμορφώθηκε ο πίνακας διοριστέων χωρίς όμως να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην διόρθωση του οικείου πίνακα. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ότι εφόσον η ένδικη αξίωση οφείλεται σε παράλειψη του Α.Σ.Ε.Π. υπόχρεο σε αποζημίωση είναι το Ελληνικό Δημόσιο, όργανο του οποίου είναι το Α.Σ.Ε.Π. Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι η αξίωση του ενάγοντος, πρώην υπαλλήλου της, για μισθό αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ.3 του ν. 2683/1999, από την ανάληψη της υπηρεσίας, η οποία εν προκειμένω έλαβε χώρα στις 22.12.2010. Άλλωστε, η υπηρεσία συμμορφώθηκε με την 533/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής με την έκδοση της 4408/18.09.2014 απόφασης του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, με την οποία ο ενάγων διορίστηκε αναδρομικά από 10.12.2001, ημερομηνία κατά την οποία είχαν διορισθεί οι συνυποψήφιοι του σύμφωνα με το ΦΕΚ 308 τ. Ν.Π.Δ.Δ. Περαιτέρω, προβάλλει ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, καθόσον από τις 23.11.2010, οπότε και τελειώθηκε η πράξη διορισμού του μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 22.09.2014 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, ενώ η άσκηση της 14/20.01.2011 αίτησης ακύρωσης και η έκδοση απόφασης επ΄ αυτής δεν συνιστούν διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα. Προβάλλεται, επίσης, ένσταση συμψηφισμού της όποιας ωφέλειας προέκυψε από την απασχόληση του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε άλλη εργασία, ζητείται δε να διαταχθεί ο ενάγων να προσκομίσει τα αποδεικτικά του εισοδήματος του έγγραφα στοιχεία, διότι η ίδια τελεί σε αδυναμία να τα προσκομίσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο 1030/26.02.2019 έγγραφο του Τμήματος Προσωπικού και Μισθοδοσίας της εναγόμενης Περιφέρειας προς την Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, ζητήθηκαν τα εκκαθαριστικά σημειώματα του ενάγοντος για τα έτη 2001 έως και 2010, στη συνέχεια δε υποβλήθηκε η 398/21.10.2019 όμοια αίτηση προς την Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, πλην όμως ισχυρίζεται ότι μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει οποιαδήποτε απάντηση στα ανωτέρω αιτήματα. Υποστηρίζει, επίσης, ότι, οι συνολικές ακαθάριστες αποδοχές που θα ελάμβανε ο ενάγων αν είχε διοριστεί στις 10.12.2001 ανέρχονται στο ποσό 204.671,85 ευρώ και οι καθαρές αποδοχές, συμπεριλαμβανομένου του φόρου εισοδήματος ,στο ποσό των 147.850,62 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρονται κατ΄ έτος στο προαναφερθέν έγγραφο απόψεων. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι το αιτούμενο ποσό παρίσταται αόριστο και αναπόδεικτό, καθώς στο δικόγραφο αναφέρεται ότι οι μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν για όλο το χρονικό διάστημα σε 1.377,16 ευρώ, ενώ δεν προσδιορίζονται το ύψος του βασικού μισθού και οι λοιπές προσαυξήσεις αυτού για κάθε μήνα του διαστήματος αυτού. Σε περίπτωση δε επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού, θα πρέπει να αφαιρεθούν από αυτό οι νόμιμες κρατήσεις, εφόσον η πραγματική ζημία που τυχόν υπέστη ανέρχεται στο ποσό της διαφοράς των καθαρών αποδοχών, Τέλος, προβάλλει ότι η αξίωση του ενάγοντος ως προς την χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι η εναγόμενη εντός ευλόγου χρόνου από την δημοσίευση της 210/03.02.2010 απόφασης του Α΄ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., προέβη στον διορισμό του ενάγοντος, ενώ ο ίδιος μετά τον διορισμό του αιτήθηκε την παραίτηση του, η οποία έγινε δεκτή και η υπαλληλική του σχέση με την εναγόμενη λύθηκε στις 31.05.2011, όπως τούτο προκύπτει από την 1465/02.06.2011 διαπιστωτική πράξη της Αντιπεριφερειάρχη Έβρου, δημοσιευθείσα στο Φ.Ε.Κ. Γ … στις …/2011.

15. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και την ερμηνεία που δόθηκε σε αυτές, το Δικαστήριο λαμβάνει καταρχάς υπόψη ότι με την 1174/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 1482/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και κατέστη αμετάκλητη, ακυρώθηκαν οι οριστικοί πίνακες κατάταξης και διοριστέων υποψηφίων κατά το μέρος που αφορούσαν τον ενάγοντα, σε συμμόρφωση δε με την απόφαση αυτή με την 210/03.02.2010 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. ο ενάγων διατέθηκε προς διορισμό στη θέση του κλάδου ΠΕ Ηλεκτρολόγων Μηχανικών στο Νομαρχιακό Διαμέρισμα Έβρου. Ακολούθως, εκδόθηκε η 766/16.03.2010 απόφαση του Νομάρχη Έβρου, με την οποία ο ενάγων διορίσθηκε δόκιμος υπάλληλος σε κενή οργανική θέση του Κλάδου ΠΕ Μηχανικών ειδικότητας Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου με εισαγωγικό βαθμό Δ΄, χωρίς όμως στον διορισμό του αυτό να διαλαμβάνεται ρήτρα αναδρομής, ενώ ο ίδιος αποδέχθηκε τον διορισμό και εμφανίσθηκε στην υπηρεσία προς ανάληψη των καθηκόντων του στις 22.12.2010, καθιστώντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο ενεργό τον υπαλληλικό δεσμό του με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο. Περαιτέρω, με την 533/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 περ.α. του ν. 702/1977 σε συνδυασμό με το άρθρο 5Α του ίδιου νόμου, είναι ανέκκλητη και δημιουργεί δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 197 παρ.1 του Κ.Δ.Δ. που δεσμεύει κατ΄ άρθρο 5 παρ.1 και 80 παρ.2 του ίδιου Κώδικα το παρόν Δικαστήριο, η προαναφερθείσα απόφαση του Νομάρχη Έβρου ακυρώθηκε κατά το μέρος που δεν διελάμβανε ρήτρα για τον αναδρομικό διορισμό αυτού από τον χρόνο που διορίσθηκαν οι λοιποί επιτυχόντες του αρχικού πίνακα και αναπέμφθηκε η υπόθεση στην εναγόμενη Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας. Σε συμμόρφωση με την τελευταία αυτή δικαστική απόφαση, εκδόθηκε η 4408/18.09.2014 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης και προσδόθηκε αναδρομική ισχύς στον διορισμό του ενάγοντος από 10.12.2001, ημερομηνία κατά την οποία διορίσθηκαν οι συνυποψήφιοι αυτού, χωρίς όμως να καταβληθούν σε αυτόν οι αποδοχές που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από τον ανωτέρω αναδρομικό διορισμό του μέχρι τις 22.12.2010, οπότε κατά τα προεκτεθέντα ανέλαβε πράγματι υπηρεσία. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω παρανομία των οργάνων του εναγομένου νομικού προσώπου, η οποία συνίσταται στην παράλειψη του Νομάρχη Έβρου να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον διορισμό του ενάγοντος από 10.12.2001 και, ακολούθως, σε πλήρη συμμόρφωση προς την προμνησθείσα ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με την οποία διαγνώσθηκε η παρανομία αυτή, να καταβάλει στον ενάγοντα τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της αναδρομής του διορισμού αυτού. Ως εκ τούτου, συντρέχει αποζημιωτική ευθύνη του εναγόμενου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, κατ’ αποδοχή των προβαλλόμενων με την κρινόμενη αγωγή ισχυρισμών ως βασίμων, το δε εναγόμενο υποχρεούται να αποκαταστήσει την περιουσιακή ζημία που ο ενάγων υπέστη και συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω παράνομη παράλειψη αυτού, η οποία ζημία αντιστοιχεί στο σύνολο των ακαθάριστων αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων, που αυτός θα ελάμβανε εάν δεν είχε μεσολαβήσει η, κατά τα ανωτέρω, παράνομη παράλειψη αναδρομικού διορισμού του. Άλλωστε, υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης αυτής έχει η εναγόμενη Περιφέρεια, ως εκ του νόμου οιονεί καθολική διάδοχος της καταργηθείσας από 01.01.2011 Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης – Έβρου (άρθρο 114 παρ.5 και 283 παρ.2 του ν. 3852/2010), όργανο της οποίας αποτελούσε ο Νομάρχης Έβρου, ο οποίος όφειλε να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην απόφαση διορισμού του ενάγοντος, ενώ, σε κάθε περίπτωση η ένδικη αξίωση αφορά αποζημίωση αποδοχών υπαλλήλου της εναγόμενης, ανεξαρτήτως αν στη διαδικασία επιλογής μετέσχε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, και το Α.Σ.Ε.Π. (πρβλ. ΣτΕ 3851/2011 σκ.7, 100/2011 σκ.7, 2557/2006), απορριπτομένης ως αβάσιμης της υποβληθείσας εκ μέρους της ένστασης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Εξάλλου, σύμφωνα με τα ερμηνευτικώς γενόμενα δεκτά στην έκτη και έβδομη σκέψη της παρούσας, οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος προς αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες στις 23.11.2010, οπότε και δημοσιεύθηκε η 766/16.03.2010 απόφαση του Νομάρχη Έβρου περί του διορισμού του, με την οποία εκδηλώθηκε αρχικώς η παράνομη παράλειψη του εναγομένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την 1174/2002 ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, διορίζοντας αυτόν αναδρομικά και, ως εκ τούτου παρέμεινε ανικανοποίητη η αξίωση του περί απολήψεως αναδρομικών αποδοχών. Δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω αρξάμενη διετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, διεκόπη με την κατάθεση της ΑΚ14/20.01.2011 αίτησης ακύρωσης και επανεκκίνησε με την έκδοση της 533/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, στη συνέχεια δε στις 23.09.2014 επιδόθηκε στο εναγόμενο με επιμέλεια του ενάγοντος αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, η ένδικη αξίωση του προς απόληψη των αναδρομικών του αποδοχών ως αποζημίωση λόγω παράνομης παράλειψης καταβολής τους, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, απορριπτομένων ως αβάσιμων των αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση, ποσό ίσο με το σύνολο των ακαθάριστων αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων, που αυτός θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από τις 10.12.2001 (ημερομηνία διορισμού των συνυποψηφίων και αναδρομικού διορισμού του ίδιου στην εν λόγω θέση σύμφωνα με την 4408/18.09.2014 απόφαση) μέχρι τις 22.12.2010 (ημερομηνία κατά την οποία ορκίστηκε και ανέλαβε υπηρεσία).

16. Επειδή, περαιτέρω, όσον αφορά το ύψος της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει με σαφήνεια το ακριβές συνολικό ποσό των ακαθάριστων και καθαρών αποδοχών, που θα λάμβανε ο ίδιος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής προσδιορίζεται το συνολικό ποσό των ακαθάριστων αποδοχών (249.938,86 ευρώ) με βάση τις, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές του, ύψους 1.377,16 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων που αναλυτικά παραθέτει, προσκομίζονται δε προς απόδειξη του κονδυλίου αυτού αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας μεταγενέστερου του κρίσιμου χρονικού διαστήματος (των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου του 2011). Επιπλέον, ο ενάγων, μολονότι ζητεί ως αποζημίωση το ποσό που αντιστοιχεί στα επιδόματα γάμου και τέκνων, δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει η οικογενειακή κατάσταση αυτού κατά το ένδικο χρονικό διάστημα. Ως προς τα αιτούμενα κονδύλια που αφορούν τα ειδικά επιδόματα του ν. 2166/1993 και του ν. 2430/1996, προσκομίζεται μόνο η από 22.03.2011 βεβαίωση, η οποία αφορά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010. Αντιθέτως, το εναγόμενο με το από 22.01.2019 έγγραφο απόψεων του και το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, προβάλλει ότι το ποσό που ο ενάγων θα ελάμβανε λόγω του αναδρομικού διορισμού του στην εν λόγω θέση κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ανέρχεται συνολικά σε 204.671,85 ευρώ (ακαθάριστες αποδοχές), παραθέτοντας σε σχετικό πίνακα τις ακαθάριστες αποδοχές κατ΄ έτος, δίχως, εντούτοις, να αναφέρονται οι ακαθάριστες αποδοχές κατά μήνα, καθώς και αν στο ποσό αυτών περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα στο νομό επιδόματα που ελάμβαναν οι υπήρετούντες στην εν λόγω θέση υπάλληλοι, καθώς και τα επιδόματα που προβλέπονται στο ν. 2166/1993 και στο ν. 2430/1996, τα οποία ελάμβαναν οι μηχανικοί που υπηρετούσαν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι: α) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (από 10.12.2001 έως 22.12.2010) κατά τα εκτεθέντα στην όγδοη σκέψη ίσχυαν διαδοχικά ο ν. 2470/1997 και στη συνέχεια ο ν. 3205/2003, οι οποίοι ρύθμιζαν κατά τρόπο διαφορετικό τις αποδοχές (βασικό μισθό και επιδόματα) των υπαλλήλων των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και ως εκ τούτου το ύψος των μηνιαίων αποδοχών, βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιδικασθησόμενη αποζημίωση, διαφοροποιείται. Επομένως, το ποσό των 1.377,16 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ισούται με τις μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές δεν δύναται να αποτελέσει την βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, β) το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ.2 περ.α του ν. 2430/1996, το οποίο ελάμβαναν οι μηχανικοί διπλωματούχοι Α.Ε.Ι που υπηρετούσαν ως μόνιμοι υπάλληλοι στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οριζόταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, αρχικά, σε ποσοστό 7/οοο στο όριο πληρωμών των πιστώσεων του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, ακολούθως δε προσδιορίσθηκε σε σταθερό ποσό (350 ευρώ μηνιαίως από 01.01.2004 και 550 ευρώ μηνιαίως από 01.01.2007) και γ) το ειδικό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 27 παρ.34 του ν. 2166/1993, ορίζεται σε ποσοστό 6/οοο, με φορέα απόδοσης του το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και ο υπολογισμός του απαιτεί την διενέργεια πολύπλοκων αριθμητικών υπολογισμών. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο, κρίνει αναγκαίο, για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων σύμφωνα με τα άρθρα 151, 152 παρ. 1 και 155 παρ.1 και 3 του Κ.Δ.Δ., προκειμένου να προσκομιστούν, με επιμέλεια αμφότερων των διαδίκων, τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της έκτασης της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Ομοίως, το Δικαστήριο αναβάλει την οριστική του κρίση και σχετικά με την αξίωση του ενάγοντος κατά το μέρος που αφορά στην ηθική του βλάβη, προκειμένου να αποφανθεί επ’ αυτής μετά την οριστική κρίση του επί της αξίωσής της για την ως άνω αποζημίωση.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης.

Υποχρεώνει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να προσκομίσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση σε αυτόν της παρούσας απόφασης: α. αναλυτική κατάσταση της αρμόδιας για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του υπηρεσίας, από την οποία να προκύπτουν αναλυτικά και με αναφορά σε συγκεκριμένες διατάξεις, κατά μήνα, αλλά και συνολικά για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 10.12.2001 (ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού του ενάγοντος) έως 22.12.2010 (ημερομηνία πραγματικής ανάληψης των καθηκόντων του) οι ακαθάριστες και καθαρές μηνιαίες αποδοχές, που θα ελάμβανε ο ενάγων, με βάση την κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο, στο οποίο θα κατατασσόταν και εν συνεχεία θα εξελισσόταν, καθώς και τα επιδόματα που θα ελάμβανε παγίως και τακτικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως υπάλληλος του εναγόμενου, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 2470/1997 και 3205/2003, β. αναλυτική βεβαίωση, από την οποία να προκύπτει το ακριβές ποσό που θα ελάμβανε ο ενάγων, ως μηχανικός διπλωματουχος Α.Ε.Ι. που υπηρετούσε ως μόνιμος υπάλληλος στην πρώην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ως επίδομα του άρθρου 8 παρ.2 περ.α του ν. 2430/1196 και ως επίδομα του άρθρου 27 παρ.34 του ν. 2166/1993. Την ανωτέρω βεβαίωση θα πρέπει το εναγόμενο να αναζητήσει από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου, που ήταν αρμόδιες για την εκκαθάριση και καταβολή των εν λόγω επιδομάτων, οι οποίες Υπηρεσίες υποχρεούνται να χορηγήσουν τα αιτούμενα στοιχεία με την υποβολή σε αυτές αντιγράφου της παρούσας απόφασης και γ. οποιοδήποτε άλλο κρίσιμο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης στοιχείο.

Υποχρεώνει τον ενάγοντα εντός της ίδιας προθεσμίας να προσκομίσει στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου: α. πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, από το οποίο να προκύπτει η οικογενειακή κατάσταση αυτού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και β. κάθε έγγραφο στοιχείο που αφορά τα ανωτέρω ζητήματα, για τα οποία διατάχθηκε η συμπλήρωση των αποδείξεων, ήτοι για το ύψος και την έκταση της αιτούμενης αποζημίωσης.

Ορίζει νέα δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την 18η Δεκεμβρίου 2023, ημέρα Δευτέρα και ώρα 10:00 π.μ.

Διατάσσει την εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο και την επίδοση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στους διαδίκους, η οποία (επίδοση) επέχει θέση κλήτευσής τους για παράσταση κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε με ηλεκτρονικά μέσα στις 24.04.2023 και 18.05.2023 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 25.05.2023

Ο Πρόεδρος                                                 Η Εισηγήτρια

Θεόδωρος Κώνστας                              Άννα Κελεσίδου

Η Γραμματέας

Ροδούλα Γόιδα

ThanasisΔ.Π. Αλεξανδρούπολης 152/2023