Στην περίπτωση παράνομης παράλειψης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. και αναδρομικού, στη συνέχεια, διορισμού του σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση, η παραγραφή των προς απόληψη αναδρομικών αποδοχών αξιώσεών του αρχίζει από την ημερομηνία του διορισμού του, διότι τότε εκδηλώνεται η παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να διορίσει τον υπάλληλο αναδρομικώς γεννάται δε και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη η απαίτησή του για καταβολή του συνόλου των αποδοχών που ο υπάλληλος αυτός θα ελάμβανε, εάν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από την ημερομηνία στην οποία έπρεπε να ανατρέξει αναδρομικώς ο διορισμός του. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί το γεγονός ότι μεσολαβεί πράξη διορισμού άλλου φορέα, ο οποίος δεν ευθύνεται για την καταβολή της αποζημίωσης (αναδρομικών αποδοχών) προς άρση της ζημίας που προκάλεσαν οι ανωτέρω παραλείψεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Όπως έχει παγίως πλέον κριθεί, καθ’ ερμηνεία των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ και 298 Α.Κ., σε περίπτωση κατά την οποία ορισμένο πρόσωπο, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης παραμείνει για κάποιο διάστημα εκτός θέσεως του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., την οποία κατείχε ή επεδίωκε να καταλάβει (όπως επί παράνομης απόλυσης ή παράλειψης διορισμού του, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούται, ως αποζημίωση, τα ποσά των αποδοχών αυτών (ΣτΕ 103/2021 επτ., 744/2016, 3258/2015, 4387/2014, 3043/2013, κ.ά.)· στην περίπτωση δε κατά την οποία ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές αποδοχές, καθόσον η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης.
Αριθμός 2229/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την εξής σύνθεση: Μαρίνα Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Πρόεδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βασίλειος Αραβαντινός, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι, Δημήτριος Τομαράς, Αικατερίνη Σούκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 26 Νοεμβρίου 2021 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Αικατερίνη Πουλίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της … του …, κατοίκου Νέας … Αττικής (…), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Βασιλική Σκορδάκη (Α.Μ. 11217), που τη διόρισε στο ακροατήριο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1137/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιες των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Αικατερίνης Σούκη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
- Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1137/2021 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 8343/2016 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε αυτήν ποσό ύψους 161.488,17 ευρώ, νομιμοτόκως.
- Επειδή, κατά την έννοια των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων, 3 και 4, του εν λόγω άρθρου, ήτοι και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς, κατά την παράγραφο 4, και της προβολής, με το εισαγωγικό δικόγραφο, των αναφερομένων στην παράγραφο 3 ισχυρισμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, ο αναιρεσείων βαρύνεται με την υποχρέωση, επί ποινή απαραδέκτου, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που πρέπει να περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς, είτε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με ένα τέτοιο ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς, έρχεται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία, μεταξύ άλλων, του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για την επίλυση των αντίστοιχων διαφορών (ΣτΕ 2189/2019, 2118/2016, 797/2013 7μ. κ.ά.).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την 8/1997 προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π. προκηρύχθηκε πανελλήνιος γραπτός διαγωνισμός για την πλήρωση θέσεων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ φορέων δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων του ευρύτερου δημοσίου τομέα, ο οποίος διεξήχθη το έτος 1998. Στον διαγωνισμό αυτό συμμετείχε και η αναιρεσίβλητη, επιδιώκοντας την κατάληψη θέσης ΠΕ ΟΤΑ, κατετάγη δε ως επιτυχούσα, έχοντας συγκεντρώσει βαθμολογία 377 μονάδες. Ωστόσο, δεν συμπεριλήφθηκε στους πίνακες διοριστέων που δημοσιεύθηκαν στο Φ.Ε.Κ. 83/20.11. 1998 τ. Α.Σ.Ε.Π., λόγω του περιορισμού της υποβολής αίτησης από τους υποψηφίους σε μία μόνο Νομαρχία και μόνο μέχρι δέκα φορείς εντός αυτής. Μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού, κατόπιν αίτησης ακυρώσεως άλλων διαγωνισθέντων, οι διατάξεις της εν λόγω προκήρυξης, καθ’ ό μέτρο επέβαλαν περιορισμούς στις επιλογές των υποψηφίων, κρίθηκαν, με την 2396/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντισυνταγματικές ως αντικείμενες στην αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 5 του ν. 3320/2005, κλήθηκαν όλοι οι επιτυχόντες υποψήφιοι να υποβάλουν νέες συμπληρωματικές δηλώσεις προτίμησης, χωρίς τους περιορισμούς που κρίθηκαν αντισυνταγματικοί. Στη συνέχεια, ενοποιήθηκαν οι αρχικοί πίνακες κατάταξης του έτους 1998, καταρτίστηκε ένας πανελλήνιος πίνακας κατάταξης όλων των υποψηφίων κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας ανά κατηγορία και, ανασυντάχθηκε ο πίνακας διοριστέων. Στον τελευταίο αυτόν πίνακα, περιλήφθηκε και η αναιρεσίβλητη και με την ΔΥ1α/…/06/…2007 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Γ΄ …) διορίστηκε ως δόκιμη υπάλληλος του κλάδου Π.Ε. Διοικητικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, ανέλαβε δε υπηρεσία στις 30.7.2007 (κατ’ αποδοχή αίτησής της για παράταση της προθεσμίας ορκωμοσίας της). Με την από 12.6.2008 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι το Α.Σ.Ε.Π. όφειλε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 του ν. 3320/2005 και σε συμμόρφωση προς την 2396/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την ανασύνταξη των πινάκων διοριστέων του διαγωνισμού που είχε διενεργηθεί με την 8/1997 προκήρυξή του, να τη διαθέσει προς διορισμό αναδρομικά από την ημερομηνία που θα είχε διορισθεί, εάν δεν είχαν εφαρμοσθεί οι προαναφερθείσες αντισυνταγματικές διατάξεις και ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό των 161.488,17 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις ακαθάριστες αποδοχές που θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.1998 έως 23.4.2007, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ίδια αιτία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 8343/2016 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά μερική αποδοχή του αγωγικού αιτήματος, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό των 15.388,50 ευρώ, για τη ζημία που υπέστη από την στέρηση των αναδρομικών αποδοχών της. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, ασκήθηκε έφεση τόσον από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, όσο και από την αναιρεσίβλητη. Επί των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε αρχικά η 1579/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κλήθηκε η αναιρεσίβλητη να προσκομίσει υπηρεσιακή βεβαίωση, στην οποία να αναφέρονται οι αποδοχές που θα είχε λάβει, κατά το χρονικό διάστημα από 19.3.1999 έως 30.6.2006 και, ακολούθως, η αναιρεσιβαλλόμενη, 1137/2021, απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίσθηκε δε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό των 161.488,17 ευρώ, νομιμοτόκως.
- Επειδή, η αίτηση αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 26.11.2021, και, συνεπώς, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3900/ 2010, το δε ποσό της διαφοράς που άγεται κατ’ αναίρεση υπερβαίνει το ελάχιστο όριο των 40.000 ευρώ.
- Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 90 παρ. 3, 91 και 93 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (ν. 2362/1995 – Α΄ 247) σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ν. 3320/2005, διότι αφετήριο γεγονός της προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί η ημερομηνία δημοσίευσης στην ΕτΚ της πράξης διορισμού της (7.3.2007), αλλά η παράλειψή αυτής από τους αρχικούς πίνακες διοριστέων του διαγωνισμού, η δε φερόμενη ως παράνομη παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου να προσδώσουν αναδρομική ισχύ στην πράξη διορισμού της, δεν αφετηριάζει νέα παραγραφή, διότι η παράλειψη επανόρθωσης της ήδη επελθούσας ζημίας δεν προκαλεί νέα ζημία, διαφορετική από την αρχική. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού, προβάλλεται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης προς την ΣτΕ 4257/2012, η οποία δέχεται, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς, ως χρόνο έναρξης της παραγραφής, την ημερομηνία σύνταξης των αρχικών πινάκων, επικουρικά δε, ότι το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα δεν έχει μέχρι σήμερα επιλυθεί από τη νομολογία του ΣτΕ.
- Επειδή, σύμφωνα με την απόφαση που επικαλείται το αναιρεσείον, οι εκεί αναιρεσίβλητοι «δια της από 28-12-2001 αγωγής τους υπεστήριξαν ότι παρανόμως απεκλείσθησαν, συμφώνως προς το άρθρο 2 παρ. 11 του ν. 2349/1995, από τον πίνακα διοριστέων υποψηφίων δημοσίων υπαλλήλων, εφ’ όσον, ως εκρίθη δια δικαστικών αποφάσεων, ο περιορισμός των φορέων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που θεσπίσθηκε δια της υπ’ αρ. 73/20-12-1995 αποφάσεως του ΑΣΕΠ ήταν εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και ότι μετά βεβαιότητος θα διορίζονταν σε θέσεις δημοσίων υπαλλήλων από 1-1-1997, εάν δεν υπήρχε ο σχετικός περιορισμός. Για τον λόγο δε αυτόν ζήτησαν να καταβληθεί εις έκαστον αποζημίωση ίση με τους μισθούς που απώλεσαν, εξ αιτίας του ανωτέρω ζημιογόνου γεγονότος, από 1-1-1997 έως την ημέρα διορισμού εκάστου», κρίθηκε δε ότι «εκ της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 προκύπτει ότι στη διετή παραγραφή υπάγονται και αξιώσεις υπαλλήλων για αποζημίωση λόγω παρανόμων πράξεων των οργάνων της Διοικήσεως, η έναρξη παραγραφής των οποίων άρχεται από της γενέσεως της αξιώσεως. Επομένως, [κρίθηκε ότι] εν προκειμένω, οι αξιώσεις της περιόδου από 1-1-1997 έως 31-12-1999 είχαν υποκύψει σε παραγραφή κατά την ημέρα ασκήσεως της αγωγής (28-12-2001)» και, τελικώς, με την ανωτέρω απόφαση επιδικάσθηκαν στους εκεί αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι «διορίσθηκαν σε διάφορες θέσεις κατά το έτος 2000», οι αποδοχές που είχαν απολέσει από την 1-1-2000 έως την ημέρα διορισμού τους. Με το περιεχόμενο όμως, αυτό, η εν λόγω απόφαση δεν διέλαβε κρίση περί της εν γένει ενάρξεως του χρόνου παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων των παρανόμως παραλειφθέντων προς διορισμό προσώπων από την ημερομηνία συντάξεως των αρχικών πινάκων διορισμού, όπως διατείνεται το αναιρεσείον, αλλά, ενόψει της, κατά τα ανωτέρω, πραγματικής βάσης της ασκηθείσης από τους εκεί αναιρεσιβλήτους αγωγής όσον αφορά στο ζημιογόνο γεγονός (παράλειψή τους από τους αρχικούς πίνακες διορισμού) και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε εν μέρει παραγεγραμμένες τις σχετικές αξιώσεις, κάνοντας αναφορά στην εφαρμοσθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, έκρινε δηλαδή, ότι η παραγραφή «άρχεται από της γενέσεως της αξιώσεως». Κατόπιν αυτών, δεν υφίσταται αντίθεση της ανωτέρω αποφάσεως προς την αναιρεσιβαλλόμενη, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Άλλωστε, όπως έχει κριθεί με νεότερες αποφάσεις (ΣτΕ 2097/2023, 2070/2020, 390/2019, 850/2015 κ.ά. πρβλ. και ΣτΕ 1564/2023, 36/2023, 255/2017), στην περίπτωση παράνομης παράλειψης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. και αναδρομικού, στη συνέχεια, διορισμού του σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση, η παραγραφή των προς απόληψη αναδρομικών αποδοχών αξιώσεών του αρχίζει από την ημερομηνία του διορισμού του, διότι τότε εκδηλώνεται η παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να διορίσει τον υπάλληλο αναδρομικώς γεννάται δε και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη η απαίτησή του για καταβολή του συνόλου των αποδοχών που ο υπάλληλος αυτός θα ελάμβανε, εάν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από την ημερομηνία στην οποία έπρεπε να ανατρέξει αναδρομικώς ο διορισμός του. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί το γεγονός ότι μεσολαβεί πράξη διορισμού άλλου φορέα, ο οποίος δεν ευθύνεται για την καταβολή της αποζημίωσης (αναδρομικών αποδοχών) προς άρση της ζημίας που προκάλεσαν οι ανωτέρω παραλείψεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως και είναι απορριπτέος.
- Επειδή, προβάλλεται, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 297, 298, 288, 300 και 656 ΑΚ, 31 του Υπαλληλικού Κώδικα και 105 ΕισΝΑΚ, διότι τα εισοδήματα που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είναι, κατά τα προβαλλόμενα, συμψηφιστέα με τη ζημία που υπέστη από τις παράνομες παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου. Προβάλλεται, συναφώς, ότι ο συμψηφισμός βρίσκει έρεισμα και στην διάταξη του άρθρου 656 εδ. β΄ ΑΚ, ενώ εξάλλου η παροχή μισθωτών υπηρεσιών και η άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή εμπορικής δραστηριότητας αποτελούν έργα ασυμβίβαστα για δημοσίους υπαλλήλους (άρθρο 31 του Υπαλληλικού Κώδικα). Προς θεμελίωση του παραδεκτού του δευτέρου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι ως προς το νομικό αυτό ζήτημα η νομολογία εμφανίζεται κυμαινόμενη (υπέρ του συμψηφισμού τάσσονται οι ΣτΕ 296/2015 και 2150/2017).
- Επειδή, ο ισχυρισμός που προβάλλεται για τη θεμελίωση του παραδεκτού του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, είναι βάσιμος, δοθέντος ότι αφενός υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης προς τις αποφάσεις των οποίων γίνεται επίκληση και αφετέρου διότι η εν γένει νομολογία του Δικαστηρίου επί του ανωτέρω νομικού ζητήματος εμφανιζόταν, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κυμαινόμενη (βλ. ΣτΕ 1009/2025, 1241, 1244/2023 7μ.). Περαιτέρω, όπως έχει παγίως πλέον κριθεί, καθ’ ερμηνεία των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ και 298 Α.Κ., σε περίπτωση κατά την οποία ορισμένο πρόσωπο, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης παραμείνει για κάποιο διάστημα εκτός θέσεως του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., την οποία κατείχε ή επεδίωκε να καταλάβει (όπως επί παράνομης απόλυσης ή παράλειψης διορισμού του, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούται, ως αποζημίωση, τα ποσά των αποδοχών αυτών (ΣτΕ 103/2021 επτ., 744/2016, 3258/2015, 4387/2014, 3043/2013, κ.ά.)· στην περίπτωση δε κατά την οποία ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές αποδοχές, καθόσον η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης, εκτός από την περίπτωση που η αναληφθείσα δραστηριότητα παρουσιάζει τέτοιο εξαιρετικό βαθμό ομοιότητας προς τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης, ώστε, λαμβανομένων υπόψη και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών, να συνιστά, κατ’ ουσίαν, την ίδια με αυτή εργασία (ΣτΕ 1009/2025, 1241, 1244/2023 7μ.). Κατόπιν αυτών, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2025
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Μαρίνα Παπαδοπούλου Σταυρούλα Χάρου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 2025.
Η Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος Η Γραμματέας
Μαρίνα Παπαδοπούλου Ευδοκία Κιλισμανή