Αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ. Εξαφάνιση της ΣτΕ Ολομ.800/2021 απόφασης με την οποία είχε κριθεί ότι ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, καθώς και των αρμοδίων προς τούτο δικαστηρίων, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί ούτε με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζομένου, ούτε με ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ήτοι η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Εκ νέου εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως με βάση την απόφαση 1501/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πρόδηλο σφάλμα δικαστή. Το σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Μειοψηφία
Αριθμός 1279/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2025, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Πρόεδρος, Διομήδης Κυριλλόπουλος, Χρήστος Ντουχάνης, Άννα Καλογεροπούλου, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Δημήτριος Μακρής, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παρασκευή Μπραΐμη, Σοφία Βιτάλη, Βασιλική Κίντζιου, Μαρία Σωτηροπούλου, Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Μαρλένα Τριπολιτσιώτη, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Σταυρούλα Κτιστάκη, Ευσταθία Σκούρα, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Άννα Μπόνου, Βασιλική Μόσχου, Σουλτάνα Κωνσταντίνου, Χριστιάνα Μπολόφη, Ουρανία Νικολαράκου, Οδυσσέας Σπαχής, Δημήτριος Τομαράς, Αθανάσιος Ασημακόπουλος, Ευαγγελία Τζιράκη, Ελευθέριος Μελισσαρίδης, Σύμβουλοι, Σοφία Παπακωνσταντίνου, Ευάγγελος Αργυρός, Ανδρέας Χρυσικόπουλος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Άννα Μπόνου και Δημήτριος Τομαράς καθώς και ο Πάρεδρος Ανδρέας Χρυσικόπουλος μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2007. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου.
Για να δικάσει την από 12 Σεπτεμβρίου 2024 αίτηση:
του … του …, κατοίκου … Αττικής (…), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Βασιλική Σκορδάκη (Α.Μ. 11217), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Γεωργία Παπαδάκη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 5ης Μαρτίου 2025 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, 20, 21 και 69Α του π.δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας εκδίκασης της από 8.5.2017 αίτησης του αιτούντος περί αναίρεσης της υπ’ αριθμ.1107/2017 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε με την 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Παρασκευής Μπραΐμη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αιτούντος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους της αίτησης και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή, και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
- Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241), του Συμβούλου Βασιλείου Ανδρουλάκη, τακτικού μέλους της συνθέσεως που δίκασε την ανωτέρω υπόθεση, έλαβε μέρος στη διάσκεψη αντ’ αυτού, ως τακτικό μέλος, η Σύμβουλος Άννα Μπόνου, αναπληρωματικό, έως τώρα, μέλος της συνθέσεως (βλ. πρακτικό διασκέψεως Ολομέλειας 5/2026).
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της 800/2021 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση αυτή ασκείται βάσει των διατάξεων του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και κατ’ επίκληση της αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της 4.6.2024 (αρ. προσφυγής 57246/21), που εκδόθηκε στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (Νο. 3). Με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
- Επειδή, η αίτηση αυτή εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της Ολομελείας με μείζονα σύνθεση, κατόπιν της από 5.3.2025 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδ. γ΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242).
- Επειδή, το άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το άρθρο πρώτο του π.δ. 76/2022 (Α΄ 205), προβλέπει ότι: «1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι. 2. Η οριστική απόφαση του Δικαστηρίου διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών, η οποία εποπτεύει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. 3. …». Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, το κράτος μέλος υποχρεούται όχι μόνο να καταβάλει στον προσφεύγοντα την αποζημίωση που του επιδικάσθηκε με την καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, αλλά επίσης να λάβει στην έννομη τάξη του μέτρα, ατομικού ή/και γενικού χαρακτήρα, προκειμένου να τερματίσει την παράβαση που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ και να άρει τα αποτελέσματά της, ώστε να περιέλθει ο προσφεύγων, στο μέτρο του δυνατού, στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράβαση αυτή [βλ. ΕΔΔΑ (Ευρ. Σύνθ.) Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 32772/02, σκ. 85, της 30.6.2009, πρβ. ΕΔΔΑ (Ευρ. Σύνθ.) Scozzari και Giunta κατά Ιταλίας, αρ. προσφ. 39221/98 και 41963/98, σκ. 249, της 13.7.2000, και γαλλικό Conseil d’ État της 30.7.2014, M. Vernes, αρ. 358564, σκ. 3-4]. Και τούτο διότι η σχετική, διαπιστωτική της παραβάσεως, απόφαση του ΕΔΔΑ στερείται διαπλαστικού χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχει ως συνέπεια την ακύρωση, την εξαφάνιση ή την αναίρεση της δεσμευτικότητας και των έννομων συνεπειών των οικείων αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων (βλ. ΕΔΔΑ Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, αρ. προσφ. 66602/09 και 71879/12, σκ. 73, της 9.6.2016, πρβ. ως άνω Conseil d’ État της 30.7.2014, σκ. 5). Εξάλλου, αν και οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν κατά την ανωτέρω έννοια δεσμευτικό χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, το κράτος μέλος διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τα μέσα που επιλέγει για να ανταποκριθεί στο ανωτέρω καθήκον του, αρκεί τα μέσα αυτά να είναι ικανά να οδηγήσουν στην αποτελεσματική εκπλήρωση της εν λόγω διεθνούς υποχρεώσεώς του [βλ. ΕΔΔΑ Serrano Contreras κατά Ισπανίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 2236/19, σκ. 32, της 26.10.2021, Emre κατά Ελβετίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 5056/10, σκ. 69, της 11.10.2011, Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 88]. Περαιτέρω, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η επανάληψη της εθνικής ένδικης διαδικασίας, στην οποία σημειώθηκε η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, μέσω της επανεξετάσεως από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο του (απορριφθέντος) ενδίκου μέσου, προκειμένου να αρθεί η επίμαχη παράβαση και να εξαλειφθούν ex tunc οι συνέπειές της, συνιστά, κατ’ αρχήν, πρόσφορο μέσο (ενδεχομένως, δε, ανάλογα με την περίπτωση, και το μόνο ή το πλέον κατάλληλο μέσο) πλήρους και προσήκουσας εκτελέσεως της αποφάσεως του ΕΔΔΑ [πρβ. ΕΔΔΑ (Ευρ. Σύνθ.) Moreira Ferreira κατά Πορτογαλίας (Νο. 2), αρ, προσφ. 19867/12, σκ. 49, της 11.7.2017, (Ευρ. Σύνθ.) Bochan κατά Ουκρανίας (Νο. 2), αρ. προσφ. 22251/08, σκ. 58, της 5.2.2015, Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 89, βλ. σχετικά και ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 1992-1993/2016 7μ.]. Το εθνικό δικαστήριο που δικάζει υπόθεση του δικαιωθέντος στο ΕΔΔΑ διαδίκου είτε στο πλαίσιο επαναλήψεως της εθνικής διαδικασίας που αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως του ΕΔΔΑ [βλ. ΕΔΔΑ Serrano Contreras κατά Ισπανίας (Νο. 2), σκ. 36-39, Κονταλέξης κατά Ελλάδος (Νο. 2), αρ. προσφ. 29321/13, της 6.9.2018] είτε στο πλαίσιο μίας διαφορετικής από αυτή διαδικασίας [βλ. ΕΔΔΑ Τσακιλτζής κατά Ελλάδας (Νο. 2), αρ. προσφ. 72624/10, της 19.10.2017, βλ. και Verein gegen Tierfabriken Schweiz (VgT) κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 61-63, (επί του παραδεκτού) Egmez κατά Κύπρου, αρ. προσφ. 12214/07, σκ. 48-56, της 18.9.2012] οφείλει να ερμηνεύει την εν λόγω απόφαση του ΕΔΔΑ, υπό το φως των αρχών που διέπουν την αποτελεσματική εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, και, σε κάθε περίπτωση, να μην αποκλίνει αυθαίρετα από τα κριθέντα σε αυτήν [πρβ. ΕΔΔΑ Serrano Contreras κατά Ισπανίας (Νο. 2), σκ. 36, Κονταλέξης κατά Ελλάδας (Νο. 2), σκ. 58, Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας (Νο. 2), σκ. 55, Moreira Ferreira κατά Πορτογαλίας (Νο. 2), σκ. 95-96, Bochan κατά Ουκρανίας (Νο. 2), σκ. 63-65, Emre κατά Ελβετίας (Νο. 2), σκ. 71-75].
- Επειδή, στο άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 4446/2016 (Α´ 240), ορίζονται τα εξής: «1. Δικαστική απόφαση, για την οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Σύμβασης, υπόκειται σε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστικού σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας που την εξέδωσε. 2. Δικαίωμα να ασκήσουν την κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. 3. Η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, που αρχίζει από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τηρουμένης κατά τα λοιπά της ισχύουσας διαδικασίας. …».
- Επειδή, η προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας συνιστά έκτακτο ένδικο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται η εξαφάνιση εν όλω ή εν μέρει αμετάκλητης αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να καταστεί εκκρεμές και να κριθεί εκ νέου το ένδικο βοήθημα ή μέσο που είτε έγινε δεκτό είτε απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει με την απόφαση αυτή. Το ως άνω άρθρο ρυθμίζει ορισμένα μόνο θέματα της ασκήσεως της εν λόγω αιτήσεως, ενώ για τα λοιπά ζητήματα παραδεκτού καθώς και για τη διαδικασία εκδικάσεώς της παραπέμπει στις διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας ενδίκων μέσων και βοηθημάτων όπως το αρχικώς ασκηθέν ενώπιον του Δικαστηρίου, η απόφαση επί του οποίου παραβίασε, κατά το ΕΔΔΑ, δικαίωμα του αιτούντος την επανάληψη. Ενόψει τούτου, νομίμως έχει κατατεθεί για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας το παράβολο (κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου 709751032955 0310 0062/9.9.2024) που προβλέπεται για το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, επί του οποίου εκδόθηκε η πληττόμενη 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 2208/2020 Ολομ.). Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα στις 12.9.2024, ασκείται εμπροθέσμως, ήτοι εντός της 90νθήμερης προθεσμίας από τις 4.9.2024, οπότε και κατέστη οριστική η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ (ΣτΕ 1670/2021, 680/2017 7μ.).
- Επειδή, από την πληττόμενη με την κρινόμενη αίτηση απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων που γεννήθηκαν στις 27.9.1986 και 1.8.1990 αντίστοιχα, προσελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου συναφθείσα στις 2.10.1992, ως υπάλληλος κλάδου βοηθητικού προσωπικού στην Ελληνική Πρεσβεία στη Γερμανία με βαθμό κλητήρα Α΄. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 24.3.1998 υπηρέτησε αρχικά στη Βόννη και ακολούθως στο Βερολίνο, στην ίδια θέση και με το ίδιο νομικό καθεστώς, λάμβανε δε το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή όχι όμως και την προβλεπόμενη από το άρθρο 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 προσαύξηση τέκνου επί του εν λόγω επιδόματος. Με την από 22.5.1998 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αιτών ζήτησε, κατά το πρώτο σκέλος του αιτητικού, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει, για το από 1.1.1993 έως 31.5.1998 χρονικό διάστημα, την ως άνω προσαύξηση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 964/1999 απόφαση απέρριψε το εν λόγω αγωγικό αίτημα, με τη σκέψη ότι, κατά την έννοια των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου 131 του ν. 419/1976, σε συνδυασμό με τις παραγράφους Ε΄ και ΣΤ΄ της Φ.083-58/11.3.1988 αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών περί καθορισμού, από 1.1.1988, του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, το επίδομα τέκνων με την αναλογία επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής καταβάλλεται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, κατ’ αποκλεισμό του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η διαφορετική δε αυτή μεταχείριση δεν αντιβαίνει στη συνταγματική επιταγή περί ισότητας, δεδομένου ότι υπαγορεύεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος. Οι λόγοι συνίστανται, προεχόντως, στο γεγονός ότι οι υπάλληλοι που παρέχουν εργασία με σχέση δημοσίου δικαίου και εκείνοι που εργάζονται με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, η κάθε μία από τις οποίες διέπεται από διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο συνεπάγεται διαφοροποιημένες ρυθμίσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις όσον αφορά, κυρίως, το σύστημα αμοιβής, επαγγελματικής εξελίξεως και κοινωνικής ασφαλίσεως. Έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή με την 9975/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, καθ’ ό μέρος αφορούσε στο σκέλος του αγωγικού αιτήματος για το χρονικό διάστημα από 24.3.1998 έως 31.5.1998, και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αιτούντα το, ισόποσο σε ευρώ κατά τον χρόνο της εξοφλήσεως, ποσό των 2.584 ECU, δεχόμενο ότι υπό το καθεστώς ισχύος του, μεταγενέστερου, Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (άρθρο 135 του ν. 2594/1998) δεν υφίστατο πλέον η διάκριση μεταξύ μονίμων και μη υπαλλήλων, με συνέπεια όσοι δικαιούνται το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής να δικαιούνται αυτομάτως και την επ’ αυτού προσαύξηση για οικογενειακά βάρη, επικύρωσε δε, κατά τα λοιπά, την κρίση του πρωτοδικείου, υιοθετώντας την ίδια κατά τα ουσιώδη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμω αβάσιμη ως προς το αίτημα επιδικάσεως του επιδόματος τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το από 1.1.1993 έως 24.3.1998 διάστημα, με τη σκέψη ότι η ρύθμιση του άρθρου 131 παρ. 10 του ν. 419/1976 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων αναφέρεται σε κατηγορία εργαζομένων συνδεομένων με σχέση δημοσίου δικαίου με το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία είναι διαφορετική και δικαιολογεί άλλη μεταχείριση από την κατηγορία εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου σε αυτό, από δε τη μη χορήγηση του επιδόματος τέκνων στην τελευταία κατηγορία εργαζομένων δεν δημιουργείται κατάσταση αντίθετη με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αλλά ούτε και με το άρθρο 119 της Ιδρυτικής Συνθήκης ΕΟΚ και τις διατάξεις του άρθρου 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, καθόσον πρόκειται για την αντιμετώπιση ανόμοιων, ως προς τη βασική σχέση που διέπει την εργασία τους, κατηγοριών εργαζομένων, οι οποίες δεν τελούν στην ίδια κατάσταση από άποψη προσλήψεως και εξελίξεως, ρύθμιση η οποία επιβάλλεται και από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Κατά της 9975/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ο αιτών άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου. Με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως προέβαλε ότι μη νομίμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημα της αγωγής του περί επιδικάσεως προσαυξήσεως τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το διάστημα από 1.1.1993 έως 24.3.1998, διότι, α) εσφαλμένως το Εφετείο δεν εφάρμοσε την Φ.083-58/11.3.1988 κοινή υπουργική απόφαση, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αναγνώριζε το δικαίωμα απολήψεως της εν λόγω προσαυξήσεως, αλλά, αντιθέτως, εφάρμοσε την 2001/800/185/ 0022/17.3.1993 όμοια, η οποία ήταν ανίσχυρη ως εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση της προβλεπόμενης στις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 εξουσιοδοτήσεως, και β) κρίνοντας το Εφετείο ότι οι επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών δεν δικαιούνται το εν λόγω επίδομα, παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Ιδρυτικής Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και 100 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας. Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν ως αόριστοι με την 1143/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ), με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν περιείχετο, κατά τρόπο επαρκή, η ιστορική βάση της αγωγής του ενάγοντος, δεδομένου ότι δεν παρατέθηκαν τα στοιχεία της εργασιακής σχέσεως, ούτε αναφέρονταν ο αριθμός και η ηλικία των τέκνων του αλλά ο ενάγων αναφερόταν μόνο στην ερμηνεία των διατάξεων που φέρονταν ότι παραβιάστηκαν και στην παράθεση της σχετικής νομικής σκέψεως του Εφετείου. Κατά τα λοιπά, με την ίδια απόφαση ο Άρειος Πάγος, επιληφθείς αντίθετων αιτήσεων αναιρέσεως του αιτούντος και του Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε τους εκατέρωθεν προβληθέντες λόγους αναιρέσεως, πλην του εβδόμου λόγου, αναίρεσε κατά το οικείο μέρος την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε κατά το αναιρεθέν μέρος την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να κρίνει σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος προς επιδίκαση τόκων επί του ποσού που επιδικάστηκε με την απόφαση του Εφετείου, το οποίο (αίτημα) το Εφετείο είχε παραλείψει να εκδικάσει. Μετά ταύτα, ο αιτών άσκησε, κατ’ άρθρο 34 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ατομική προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, παραπονούμενος ότι, λόγω της απορρίψεως από τον Άρειο Πάγο ορισμένων από τους λόγους αναιρέσεως για τυπικούς λόγους, παραβιάστηκε το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Με απόφαση, ληφθείσα στις 14.12.2006 (Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, αρ. προσφ. 77574/01), το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι, εφόσον στην παρούσα υπόθεση η αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος δεν υποχρέωνε τον Άρειο Πάγο να προβεί σε εκ νέου απόδειξη των πραγματικών γεγονότων που είχε κάνει δεκτά το Εφετείο, τα απαιτούμενα για την εξέταση της αναιρέσεως στοιχεία ήταν στη διάθεσή του, δεδομένου ότι η σύμβαση εργασίας του προσφεύγοντος προέκυπτε σαφώς από το κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ, περαιτέρω, οι όροι της συμβάσεως αυτής, η οικογενειακή κατάσταση του ήδη αιτούντος, καθώς και η ηλικία και ο αριθμός των παιδιών του αποτελούσαν στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ο οποίος κατατέθηκε μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Με τα δεδομένα αυτά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απόρριψη της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως λόγω αοριστίας των ως άνω λόγων συνιστούσε μια εξαιρετικά τυπολατρική προσέγγιση της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού, η οποία εισήγαγε περιορισμό δυσανάλογο προς τον σκοπό της εγγυήσεως της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, και ότι, συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο. Για τον λόγο αυτόν επιδίκασε υπέρ του αιτούντος το ποσό των 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη, σύμφωνα με το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ.
- Επειδή, ακολούθως, ο αιτών κατέθεσε στις 13.12.2007 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει εντόκως το ποσό των 47.280 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσό του σε ευρώ κατά τον χρόνο της εξοφλήσεως, καθώς και το ποσό των 16.860 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την έκδοση της 1143/2001 παράνομης αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το μέρος που απορρίφθηκαν ως αόριστοι οι δύο προεκτεθέντες λόγοι αναιρέσεως, είναι παράνομη γιατί παραβιάζει το κατοχυρωμένο στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, γεγονός το οποίο διαπιστώθηκε και με την απόφαση του ΕΔΔΑ της 14.12.2006. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι, εάν ο Άρειος Πάγος δεν είχε παρανόμως κρίνει ως απαραδέκτως προβληθέντες τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως, αλλά είχε χωρήσει στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας, θα τους είχε δεχθεί, ενόψει της μεταστροφής που είχε εν τω μεταξύ λάβει χώρα στη νομολογία του ΑΠ, και θα είχε αναιρέσει την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εν συνεχεία δε, θα ανέπεμπε την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο αρμόδιο εφετείο, το οποίο θα υποχρέωνε το εναγόμενο να καταβάλει την αιτούμενη προσαύξηση λόγω τέκνων από 1.1.1993 έως 24.3.1998, το συνολικό ποσό της οποίας είναι ίσο, κατά τους υπολογισμούς του, με το αιτούμενο με την αγωγή ποσό. Το διοικητικό πρωτοδικείο με την 4997/2015 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, διότι έκρινε ότι δεν γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, με το σκεπτικό ότι το νομικό σφάλμα, το οποίο η από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ απέδωσε στον Άρειο Πάγο, ενόψει των χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και των απαιτήσεων του άρθρου 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πρόδηλο χαρακτήρα, ώστε να δικαιολογεί την αποζημίωση του αιτούντος. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 1107/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και την ερμηνεία που έχει δοθεί σ’ αυτό με τη νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ 1501/2014 και 1330/2016), καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 562 παρ. 4, 559 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ως εξής: «[Π]ροκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, λόγω ζημίας που προκλήθηκε από όργανα της δικαστικής εξουσίας, θα πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσης του δικαστικού λειτουργού. Το σφάλμα που η από 14.12.2006 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απέδωσε στην απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν η απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως αόριστων κατόπιν μιας προσέγγισης της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού, [η] οποία ήταν, κατ’ αυτό, εξαιρετικά φορμαλιστική. Η αοριστία του δικογράφου έγκειτο, κατά την απόφαση του Αρείου Πάγου, στην παράλειψη του ήδη εκκαλούντος να εκθέσει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης την ιστορική βάση της απορριφθείσας ως μη νόμιμης αγωγής και ειδικότερα στοιχεία κρίσιμα για την ένδικη διαφορά, όπως αυτά της εργασιακής του σχέσης και της οικογενειακής του κατάστασης. Η παράλειψη όμως αυτή, ενόψει των απαιτήσεων του άρθρου 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με το ορισμένο της αίτησης αναίρεσης, των γενομένων δεκτών από τη νομολογία του ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υπόθεσης, κινείται οριακά στα πλαίσια της αοριστίας, παρά το γεγονός ότι η μεν σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος προέκυπτε από το κείμενο των λόγων αναίρεσης, η δε οικογενειακή του κατάσταση από τα στοιχεία του φακέλου, ο οποίος ήταν στη διάθεση του Δικαστηρίου. Και τούτο διότι αφενός μεν ο Άρειος Πάγος είχε, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., δυνατότητα, μετά από πρόταση του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη, αυτεπάγγελτης έρευνας των συγκεκριμένων λόγων αναίρεσης, αφετέρου, λόγοι ασφάλειας του δικαίου οδήγησαν τον Άρειο Πάγο στην ανωτέρω κρίση, η οποία, για τους προαναφερθέντες λόγους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά πρόδηλο σφάλμα που εξέρχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα θεμιτά όρια του προσδιορισμού ενός δικογράφου αναίρεσης ως ορισμένου. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός από το ΕΔΔΑ της κρίσης του Αρείου Πάγου ως εξαιρετικά φορμαλιστικής δεν ισοδυναμεί, άνευ άλλου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου, όπως αβάσιμα προβάλλει ο εκκαλών. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι ελλείπει η προϋπόθεση του πρόδηλου χαρακτήρα του σφάλματος της κρίσης των οργάνων της δικαστικής εξουσίας, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι δεν γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, όπως νόμιμα και ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντιθέτου λόγου της έφεσης. Εξάλλου, ο λόγος έφεσης ότι με την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραβιάστηκε το ουσιαστικό δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση του ΕΔΔΑ, ότι δηλαδή το ΕΔΔΑ έκρινε δεσμευτικά ότι η απόρριψη με την απόφαση του Αρείου Πάγου των λόγων αναίρεσης ως αόριστων ήταν παράνομη, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι με την εκκαλούμενη απόφαση δεν κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παρανομία, αλλά ότι το νομικό σφάλμα της απόφασης του Αρείου Πάγου δεν έχει πρόδηλο χαρακτήρα, απαραίτητη προϋπόθεση για την αποζημίωση του εκκαλούντος, …».
- Επειδή, κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ο αιτών άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. και αποφάσεις ΣτΕ 801-803, 1360-1361/2021 της Ολομελείας σε υποθέσεις άλλων διαδίκων που δικάσθηκαν την ίδια ημέρα με την υπόθεση του αιτούντος). Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο επανέλαβε τα γενόμενα δεκτά στην 1501/2014 απόφαση της Ολομελείας του, ότι στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, νόμιμες ή παράνομες, και ότι η κατοχυρωμένη στην ως άνω διάταξη ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιβάλλει στον νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από τη δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, άρα και εκείνη των οργάνων που είναι ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία. Περαιτέρω όμως, με την ίδια απόφαση (βλ. και ΣτΕ 801-803, 1360-1361/2021 Ολομ.) κρίθηκε για πρώτη φορά, και αντίθετα προς την προηγούμενη απόφαση της Ολομελείας 1501/2014, ότι: «Οι διατάξεις [του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ] αναφερόμενες σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχουν, παρά την ευρεία διατύπωσή τους, εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Συνεπώς, ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει την διαδικασία και τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση να καθορίσει τους όρους, υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από τα όργανα αυτά κατά την άσκηση τόσο του δικαιοδοτικού όσο και του εν γένει δικαστικού τους έργου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η διοίκηση της Δικαιοσύνης, καθώς και την έκταση της αποκαθισταμένης ζημίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, ελλείψει νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, της έκτασης των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων και των αρμοδίων δικαστηρίων, η σχετική αξίωση δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, ενόσω δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και της αρμόδιας δικαιοδοσίας για την επίλυση των σχετικών διαφορών, η εν λόγω ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί, οι δε σχετικές αξιώσεις δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες. Η γενόμενη δεκτή με την απόφαση ΣτΕ 799/2021 (Ολομ.) υποχρέωση του Δημοσίου να προβαίνει στην αποκατάσταση της ζημίας που οι πολίτες υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, υπό τις προϋποθέσεις που διέπλασε το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστά διαφορετική περίπτωση, υπαγορευθείσα από την ανάγκη διαφύλαξης της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου από τις εθνικές αρχές, στις οποίες προδήλως περιλαμβάνονται και τα δικαστήρια, και όχι από τη διαπίστωση, από την πλευρά του Δικαστηρίου, της ύπαρξης κοινής στις εθνικές έννομες τάξεις προσέγγισης ως προς την αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Εξάλλου, μετά την απόφαση Köbler του ΔΕΚ (C-224/01), στις έννομες τάξεις πλειόνων κρατών μελών υφίσταται διάκριση μεταξύ, αφενός, της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου για παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου από τα δικαστήρια, την οποία τα ίδια αναγνωρίζουν, και, αφετέρου, της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου για παραβιάσεις του εθνικού δικαίου από δικαστικές αποφάσεις, την οποία καταρχήν απορρίπτουν […].». Με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε επίσης ότι, ενόψει του προβλεπόμενου από το Σύνταγμα οργανωτικού σχήματος των χωριστών δικαιοδοσιών (άρθρα 93 και 94), ο έλεγχος των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων ενεργείται υποχρεωτικά από όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο, εξ αυτού δε παρέπεται ότι ο νομοθέτης οφείλει να εκπληρώσει την εκτεθείσα υποχρέωση θεσπίσεως του νομοθετικού πλαισίου για τον καθορισμό των όρων του παρανόμου των πράξεων ή και παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, σε αρμονία με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις που καθιερώνουν το προαναφερθέν οργανωτικό σύστημα χωριστών δικαιοδοσιών, ήτοι ρυθμίζοντας τα σχετικά ζητήματα χωριστά ανά δικαιοδοτικό κλάδο. Στη συνέχεια, με την ανωτέρω 800/2021 απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. και ΣτΕ 801-803, 1360-1361/2021 Ολομ.) κρίθηκε ότι: «[Η] μεταστροφή της νομολογίας επί ζητημάτων ερμηνείας κανόνων του θετικού δικαίου αποτελεί φαινόμενο σύμφυτο με το δικαιοδοτικό έργο και αναγκαίο μέσο για την περαιτέρω εξέλιξή της, τα δε δικαστήρια διαθέτουν την εξουσία προς πραγματοποίησή της. Κατά συνέπεια, η νομολογιακή μεταστροφή δεν παραβιάζει τις απορρέουσες από το Σύνταγμα […] και την ΕΣΔΑ αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης -από τις οποίες άλλωστε δεν απορρέει δικαίωμα στη σταθερότητα της νομολογίας […]-, παρά μόνον εάν αυτή παρίσταται αυθαίρετη ή παντελώς στερούμενη αιτιολογίας […]. Εξάλλου, οι ως άνω αρχές, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με την αρχή της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ουδόλως υποχρεώνουν τα δικαστήρια σε χρονική μετάθεση των εννόμων συνεπειών που συνεπάγεται η νομολογιακή μεταστροφή και, ειδικότερα, στην εφαρμογή των κανόνων και αρχών που αποτελούν το αντικείμενό της στις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση της απόφασης που την επιφέρει υποθέσεις, εκτός εάν η μεταστροφή αφορά α) σε ζητήματα παραδεκτού του ασκηθέντος ενδίκου μέσου […], β) σε δικαιώματα, αξιώσεις ή εύλογες προσδοκίες, οι οποίες ερείδονται επί παγιωθείσας νομολογίας και καθίστανται, για τον λόγο αυτό, άξιες προστασίας παρά τη μεταστροφή που συνεπάγεται την εφεξής μη αναγνώρισή τους. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, δεν νοείται άμεση εφαρμογή κανόνα αποτελούντος προϊόν νομολογιακής μεταστροφής κατά παραβίαση της αρχής της προβλεψιμότητας […]». Με τα δεδομένα αυτά, στην ίδια 800/2021 απόφαση (βλ. και ΣτΕ 1360-1361/2021 Ολομ., πρβ. και ΣτΕ 801-803/2021 Ολομ.) κρίθηκε ακολούθως ότι το ζήτημα της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας του διοικητικού πρωτοδικείου που, ενώ όφειλε να απορρίψει ως απαράδεκτη αγωγή κατά του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του ενταγμένων στη δικαστική λειτουργία, τη δίκασε κατ’ ουσίαν, ως ζήτημα αναγόμενο στη δημόσια τάξη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο κατ’ αναίρεση και ανεξαρτήτως συνδρομής των προβλεπομένων στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 προϋποθέσεων παραδεκτού. Εξάλλου, όπως κρίθηκε, το Δικαστήριο δεν κωλύεται ως προς την κρίση του αυτή εκ του γεγονότος ότι η κατά τα ανωτέρω διάγνωση της υπερβάσεως δικαιοδοσίας αποτελεί άμεση συνέπεια της πραγματοποιούμενης, εν προκειμένω, μεταστροφής της νομολογίας σε σχέση με τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που είναι ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία. Και τούτο, αφενός διότι η υπέρβαση δικαιοδοσίας κατ’ άρθρο 56 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ. 18/1989 αποτελεί λόγο αναιρέσεως και δεν συνδέεται με το παραδεκτό του οικείου ενδίκου μέσου και, αφετέρου, διότι οι επίδικες αξιώσεις δεν στηρίζονταν στη συγκεκριμένη περίπτωση σε πάγια νομολογία. Ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω εκτεθείσες αρνητικές προϋποθέσεις, οι οποίες έλκουν σε εφαρμογή τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και κωλύουν την άμεση εφαρμογή των κανόνων που προέκυψαν από τη νομολογιακή μεταστροφή. Με τις σκέψεις αυτές, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος εφετείου, για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας του δικάσαντος την αγωγή του αιτούντος πρωτόδικου δικαστηρίου, και, αφού έγινε δεκτή η έφεση του αιτούντος για τον ίδιο λόγο, δικάσθηκε και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη.
- Επειδή, στη συνέχεια, ο αιτών προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ προβάλλοντας ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στερήθηκε την πρόσβαση σε δικαστήριο, για τον λόγο ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω 800/2021 απόφαση της Ολομελείας είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή του σχετικά με την ευθύνη του Κράτους για ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου. Επί της προσφυγής εκδόθηκε η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ. Με την απόφαση αυτή το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο περιορίστηκε εν προκειμένω από την ως άνω 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι ο επίμαχος περιορισμός προέκυψε από την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ δεν μπορούσε να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία σε περιπτώσεις ζημίας που προκλήθηκε από πρόδηλο σφάλμα δικαστικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις για το θέμα αυτό, καθώς και από την απόρριψη της αγωγής του αιτούντος ως απαράδεκτης, ελλείψει δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων (σκ. 68-71). Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι ο ως άνω περιορισμός επεδίωκε τον θεμιτό σκοπό της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης (σκ. 72-74). Περαιτέρω εξέτασε κατά πόσον ο περιορισμός ήταν ανάλογος σε σχέση με τον σκοπό. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι τα διοικητικά δικαστήρια, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, υιοθέτησαν στην παρούσα υπόθεση την ερμηνεία που δόθηκε στην 1501/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, παρά το γεγονός ότι επεσήμανε την ανάγκη θεσπίσεως ειδικής νομοθεσίας για το θέμα αυτό, εξέτασε την αξίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Εξάλλου, Τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας εφάρμοσαν στη συνέχεια κατ’ αναλογία το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, αποδεχόμενα κατά συνέπεια τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων σε έξι αποφάσεις που αφορούσαν το ίδιο θέμα, αν και με ευρύτερη έννοια. Το ΕΔΔΑ σημείωσε, επίσης, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας στην 800/2021 απόφαση, αν και επανέλαβε, όπως στην 1501/2014 απόφαση, ότι η ευθύνη του Κράτους για ζημίες που προκαλούνται από πράξεις οργάνων της δικαστικής εξουσίας κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και ότι θα πρέπει να θεσπιστεί προς τούτο ειδική νομοθεσία, έκρινε για πρώτη φορά ότι η σχετική ζημία δεν μπορεί να αποκατασταθεί είτε κατ’ ευθεία επίκληση των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος είτε των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, γεγονός που αποτελεί μεταστροφή της νομολογίας του. Συναφώς, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση που να υιοθετεί την κρίση αυτή πριν από την επίμαχη απόφαση, καθώς και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε θέσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της ελλείψεως δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Στη συνέχεια, επανέλαβε την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου εναπόκειται κατ’ αρχήν στις εθνικές αρχές, και ιδίως στα εθνικά δικαστήρια, των οποίων την κρίση δεν μπορεί να υποκαταστήσει το Δικαστήριο, εκτός από την περίπτωση που παρίσταται αυθαίρετη. Το Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της συμβατότητας με την ΕΣΔΑ των αποτελεσμάτων μιας τέτοιας ερμηνείας. Κατόπιν αυτών, έκρινε ότι, εν προκειμένω, έπρεπε να ερευνηθεί κατά πόσον ο τρόπος, με τον οποίο το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω 800/2021 απόφαση ερμήνευσε και εφάρμοσε το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή του αιτούντος ως απαράδεκτη, ήταν συμβατός με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ επεσήμανε ότι η εξέλιξη της νομολογίας δεν είναι, από μόνη της, αντίθετη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, σε προηγούμενες δε υποθέσεις όπου οι αλλαγές στη νομολογία ενός κράτους μέλους είχαν επηρεάσει εκκρεμείς αστικές διαφορές, το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο τρόπος, με τον οποίο είχε εξελιχθεί το δίκαιο, ήταν γνωστός στους διαδίκους ή, τουλάχιστον, ήταν ευλόγως προβλέψιμος, και ότι δεν είχε δημιουργηθεί ανασφάλεια δικαίου σε αυτούς. Με βάση τις εκτιμήσεις αυτές, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι ακόμα και αν, κατά τον χρόνο που ο αιτών άσκησε την αγωγή στις 13.12.2007, δεν είχε εκδοθεί η 1501/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα δικάσαντα διοικητικά δικαστήρια, σε πρώτο βαθμό στις 20.4.2015 και σε δεύτερο βαθμό στις 23.2.2017, υιοθέτησαν την εν λόγω ερμηνεία της Ολομελείας και έκριναν την αγωγή και την έφεση του αιτούντος, αντιστοίχως, παραδεκτές και τις εξέτασαν (στην ουσία) βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Εξάλλου, κατά τον χρόνο που ο αιτών άσκησε την αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν θέσει ζήτημα παραδεκτού επί του θέματος και δεν υπήρχε ένδειξη ότι η νομολογία θα εξελιχθεί κατά τρόπο που να αποκλίνει από την ερμηνεία που είχε δοθεί στην 1501/2014 απόφαση και η οποία υιοθετήθηκε από αποφάσεις που εκδόθηκαν στη συνέχεια. Η νέα ερμηνεία που διατυπώθηκε στην 800/2021 απόφαση είχε, κατά το ΕΔΔΑ, ως αποτέλεσμα να κριθεί για πρώτη φορά η αγωγή του αιτούντος ως απαράδεκτη, ενώ εξάλλου ο αιτών δεν είχε κανένα λόγο να θεωρεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας θα παρέκκλινε από την προηγούμενη νομολογία του. Με τα δεδομένα αυτά, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι, μετά την ως άνω ερμηνεία που υιοθέτησε η 800/2021 απόφαση, η αξίωση του αιτούντος είχε καταστεί μη δικαστικώς επιδιώξιμη ad infinitum (επ’ αόριστον). Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, υπό τις ειδικές περιστάσεις της κρινόμενης υποθέσεως, και ιδίως της διαπιστώσεως ότι μέχρι τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ δεν θα τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής και ότι τα διοικητικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας, η 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έθεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο σε κάθε μελλοντική προσπάθεια του αιτούντος να αξιώσει αποζημίωση από το Κράτος για τα, κατ’ αυτόν, σφάλματα των πολιτικών δικαστηρίων, μέχρι την ενδεχόμενη θέσπιση νέας νομοθεσίας. Συνεπεία των ανωτέρω, το ΕΔΔΑ, επαναλαμβάνοντας ότι όλες οι διατάξεις της ΕΣΔΑ και των Πρωτοκόλλων πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να εγγυώνται δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά, και όχι θεωρητικά και απατηλά, και παρά την κατανόησή του ως προς την πολυπλοκότητα του θέματος και την ανάγκη να διαφυλαχθεί η ασφάλεια δικαίου και να προστατευθεί το κύρος της δικαιοσύνης, απέρριψε το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι, όσον αφορά την μη έγκαιρη θέσπιση της αναγκαίας νομοθεσίας, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι από την απόρριψη της αγωγής του αιτούντος μέχρι σήμερα έχει παρέλθει μικρό χρονικό διάστημα. Σχετικά, παρατήρησε ότι η ανάγκη θεσπίσεως ειδικής νομοθεσίας διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην 1501/2014 απόφαση και η Κυβέρνηση δεν ανέφερε καμία ενέργεια προς την κατεύθυνση αυτή. Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η νέα ερμηνεία που διατυπώθηκε στην επίμαχη απόφαση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κριθεί η αγωγή του αιτούντος απαράδεκτη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είχε θεσπιστεί σχετική νομοθεσία για περισσότερα από επτά έτη, περιόρισε το δικαίωμα του αιτούντος να προσφύγει σε δικαστήριο για αόριστο χρονικό διάστημα, γεγονός που πρέπει τουλάχιστον να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου στον αιτούντα. Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ καμία ενέργεια του αιτούντος που να δικαιολογεί ότι πρέπει να φέρει ο ίδιος το βάρος των συνεπειών αυτής της ανασφάλειας. Με τις ανωτέρω σκέψεις, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι επιβλήθηκε δυσανάλογο βάρος στον αιτούντα, στερώντας κάθε σαφή και πρακτική δυνατότητα να αποφανθεί το δικαστήριο επί της αγωγής του προσφεύγοντος και, συνεπώς, επλήγη στην ουσία του το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (σκ. 75-84). Τέλος, το ΕΔΔΑ, όσον αφορά τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, κατ’ άρθρο 41 της ΕΣΔΑ, απέρριψε τον ισχυρισμό του αιτούντος να επιδικασθούν για τη χρηματική του ζημία τα ίδια ποσά με εκείνα που είχε ζητήσει ως αποζημίωση με την αγωγή του στα διοικητικά δικαστήρια καθώς ήταν άδηλη η έκβαση της δίκης σχετικά με την ευθύνη του Δημοσίου, σε περίπτωση που η αγωγή του αιτούντος είχε εξετασθεί επί της ουσίας· ωστόσο το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον αιτούντα 5.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (σκ. 90).
- Επειδή, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 (βλ. σκ. 5), αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας χωρεί (μόνον) σε σχέση με δικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία κρίθηκε με (οριστική) απόφαση του ΕΔΔΑ ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση διατάξεως της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989, προκειμένου να γίνει δεκτή, ως βάσιμη, αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και, ακολούθως, να εξαφανισθεί η βλαπτική για τον αιτούντα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως έχει κριθεί (βλ. σχετικά ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 2208/2020 Ολομ., 680/2017 7μ., βλ. και ΣτΕ 1992-1993/2016 7μ.), απαιτείται να συντρέχουν, σωρευτικώς, οι παρακάτω προϋποθέσεις: Α) Η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση διατάξεως της ΕΣΔΑ να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το σκεπτικό και το διατακτικό της οικείας αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, έτσι ώστε η άρση της εν λόγω παραβάσεως και των συνεπειών της να μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ολικής ή μερικής εξαφανίσεως της πληττόμενης αποφάσεως, η οποία θα καταστήσει εκ νέου εκκρεμές το κριθέν ένδικο βοήθημα ή μέσο και θα οδηγήσει είτε σε μεταβολή του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως είτε/και σε διαφορετική αιτιολογία αποδοχής ή απορρίψεώς του, συμβατή προς την οικεία απόφαση του ΕΔΔΑ. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει στις περιπτώσεις που η εξαφάνιση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν θα ήταν δυνατόν να άρει τις συνέπειες της διαγνωσθείσης εκ μέρους του ΕΔΔΑ παραβιάσεως του εκ της ΕΣΔΑ δικαιώματος του αιτούντος (π.χ. λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης). Β) Η συμμόρφωση προς τη σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ δεν συνεπάγεται παραβίαση κανόνα του Συντάγματος, το οποίο, ναι μεν υπερισχύει της ΕΣΔΑ, αλλά, πάντως, πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του εφικτού, κατά τρόπο «φιλικό» προς την ΕΣΔΑ, όπως αυτή ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από το ΕΔΔΑ. Γ) Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ δεν οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρεώσεως της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ιδίως δε από το ενωσιακό δίκαιο, η οποία, ενόψει του περιεχομένου της και των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και κατόπιν σταθμίσεως των συγκρουόμενων έννομων αγαθών, κρίνεται σημαντικότερη σε σχέση με εκείνη που απορρέει από το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ. Δ) Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ δεν προσκρούει, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, σε κάποιον άλλον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, η εξυπηρέτηση του οποίου, σταθμιζόμενη με την ανάγκη εκτελέσεως της αποφάσεως του ΕΔΔΑ, βάσει της αρχής της δίκαιης ισορροπίας, κρίνεται ότι υπερέχει. Ε) Η απόφαση του ΕΔΔΑ, που αποδίδει στο Συμβούλιο της Επικρατείας παράβαση μίας ή περισσότερων διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν είναι εμφανώς ελλιπής, ασαφής ή αυθαίρετη ως προς τη νόμιμη ή την πραγματική της βάση, σύμφωνα με τα κριτήρια που προκύπτουν από τη νομολογία του ίδιου του ΕΔΔΑ (και, ιδιαίτερα, της Ευρείας Συνθέσεώς του), αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τη θεμελιώδη αρχή της επικουρικότητας, διαδικαστικής και ουσιαστικής, του ελέγχου του ΕΔΔΑ, καθώς και τη συναφή υποχρέωσή του για επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεών του με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση της ΕΣΔΑ από κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης. ΣΤ) Η διαπίστωση των επίμαχων παραβάσεων, που δέχθηκε η σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν κλονίζεται από οψιγενή στοιχεία, που απορρέουν είτε από απόφαση του ίδιου του ΕΔΔΑ είτε από απόφαση του ΔΕΕ είτε, τέλος, από απόφαση ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, με την οποία γίνεται ερμηνεία ή εφαρμογή του εθνικού δικαίου ικανή να θεμελιώσει το συμπέρασμα ότι, με βάση το νεότερο νομολογιακό δεδομένο, το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε στην κρίση του περί της αποδοθείσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας παραβάσεως της ΕΣΔΑ. Ζ) Δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, με την οποία να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση και να αίρονται τα δυσμενή για τον αιτούντα αποτελέσματά της, κατά τρόπο ώστε η επιδιωκόμενη από τον αιτούντα επανάληψη της διαδικασίας και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας να παρίσταται αλυσιτελής για την προστασία των προσβληθέντων δικαιωμάτων του. Οι προϋποθέσεις αυτές εναρμονίζονται με τη φύση και τη λειτουργία της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας ως έκτακτου ένδικου μέσου, με το οποίο αποσκοπείται η συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς απόφαση του ΕΔΔΑ, τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, η οποία εξυπηρετείται μέσω της αρχής του δεδικασμένου και της μη ανατροπής των αμετακλήτως κριθέντων με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και τις αρχές που διέπουν τη σχέση της ελληνικής έννομης τάξης με το διεθνές δίκαιο και, ιδίως, με την ΕΣΔΑ, καθώς και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΣτΕ 993/2024 7μ., 1670/2021, 2208/2020 Ολομ.).
- Επειδή, ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση ζητεί να εξαφανισθεί η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή, με την οποία κρίθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα, ενέχει παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, βάσει των κριθέντων με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ, κατόπιν προσφυγής του. Ισχυρίζεται δε ότι η αίτηση είναι βάσιμη, διότι συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι προαναφερθείσες σωρευτικώς απαιτούμενες προϋποθέσεις.
- Επειδή, εν προκειμένω, η ως άνω από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ λόγω του δυσανάλογου περιορισμού που επιβλήθηκε στο δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ, όπως ήδη εκτέθηκε, η μεταστροφή της νομολογίας με την απόφαση 800/2021 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του αιτούντος για πρώτη φορά ως απαράδεκτη, έθεσε περιορισμό στο δικαίωμα προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο και δημιούργησε σε βάρος του ανασφάλεια δικαίου. Συνεπώς, συντρέχει η ως άνω υπό στοιχείο Α΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας, διότι η 800/2021 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έθεσε τον δυσανάλογο περιορισμό προσβάσεως του αιτούντος σε δικαστήριο που διαπιστώθηκε με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ.
- Επειδή, περαιτέρω, η συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας με την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν προσκρούει στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της δίκαιης δίκης, διότι, ως προς το ζήτημα της μεταστροφής της νομολογίας, το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμηνεύει την αρχή αυτή, σε συνδυασμό με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεχόμενο ότι σε κάθε περίπτωση δεν νοείται άμεση εφαρμογή κανόνα αποτελούντος προϊόν νομολογιακής μεταστροφής κατά παραβίαση της αρχής της προβλεψιμότητας. Με όμοιο τρόπο ως προς το ανωτέρω ζήτημα ερμηνεύει και το ΕΔΔΑ το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στην νομολογία δε αυτή του ΕΔΔΑ παραπέμπει με την πληττόμενη απόφαση και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Με τα δεδομένα αυτά, η επανάκριση της υποθέσεως του αιτούντος σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν προσκρούει σε καμία διάταξη του Συντάγματος, ούτε σε κάποιον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, και, άρα, συντρέχουν και οι ως άνω υπό στοιχεία Β΄ και Δ΄ προϋποθέσεις του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως. Μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος, στη γνώμη του οποίου προσχώρησε ο Πάρεδρος Ε. Αργυρός. Κατά τη γνώμη αυτή, η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνου που είναι ενταγμένο στη δικαστική λειτουργία, από τις οποίες προκαλείται περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, ελέγχονται σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 93 και 94) από δικαιοδοτικά όργανα που ανήκουν στην ίδια δικαιοδοσία με το δικαστικό όργανο που εξέδωσε την πράξη ή παρέλειψε να πράξει ή προέβη στην υλική ενέργεια. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν επί αγωγής αποζημιώσεως ασκουμένης κατ’ επίκληση παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας δικαστικού οργάνου ενταγμένου σε άλλο δικαστικό κλάδο. Περαιτέρω, εφόσον δεν υφίσταται νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία, η αποκατάσταση της ζημίας αυτής δεν δύναται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευθέως εφαρμοζόμενες. Συνεπώς, η επανάκριση της υποθέσεως του αιτούντος από τη διοικητική δικαιοσύνη σε συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση του Συντάγματος (άρθρα 93, 94 και, εν πάση περιπτώσει, άρθρο 4 παρ. 5), οι διατάξεις του οποίου υπερισχύουν της ΕΣΔΑ. Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν η ανωτέρω ερμηνεία των μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, από την οποία δεν έχει αποστεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, έχει γίνει το πρώτον με νομολογιακή μεταστροφή, η οποία από την εδώ εξεταζόμενη άποψη δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν συντρέχει η υπό στοιχ. Β΄ προϋπόθεση, διότι η συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ θα είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση συνταγματικών διατάξεων.
- Επειδή, η συμμόρφωση προς την από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρεώσεως της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ούτε παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο, δοθέντος ότι η υποχρέωση του Δημοσίου να προβαίνει στην αποκατάσταση της ζημίας που οι πολίτες υφίστανται λόγω παραβιάσεως του δικαίου της ευρωπαϊκής Ενώσεως, οφειλόμενης σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό, έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά με την 799/2021 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, υπό τις προϋποθέσεις που διέπλασε το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ως εκ τούτου, συντρέχει και η υπό στοιχείο Γ΄ των ως άνω προϋποθέσεων του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
- Επειδή, ενόψει της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με την παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο στις περιπτώσεις μεταστροφής της νομολογίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθώς και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, η από 4.6.2024 απόφαση του ΕΔΔΑ παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, όσον αφορά τη νόμιμη και πραγματική βάση της, και δικαιολογημένη ως προς την κρίση της περί παραβιάσεως εν προκειμένω της ανωτέρω διατάξεως της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, συντρέχει και η υπό στοιχείο Ε΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
- Επειδή, περαιτέρω, δεν προκύπτουν οψιγενή στοιχεία (αποφάσεις ΕΔΔΑ, ΔΕΕ ή ανώτατου εθνικού δικαστηρίου), από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε, εν προκειμένω, στην κρίση του για την αποδοθείσα στην πληττόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου συντρέχει και η υπό στοιχείο ΣΤ΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
- Επειδή, τέλος, δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, ούτε έχει εκδοθεί νόμος που να θεσπίζει το νομοθετικό πλαίσιο για την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας -την ανάγκη του οποίου είχαν επισημάνει τόσο η πληττόμενη ΣτΕ 800/2021 Ολομ. όσο και η ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.-, ώστε να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, πληρούται και η υπό στοιχείο Ζ΄ προϋπόθεση του βασίμου της κρινόμενης αιτήσεως.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που παρατέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 11, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να εξαφανισθεί η 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και να εκδικασθεί εκ νέου η αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση. Κατά τη γνώμη όμως που μειοψήφησε ανωτέρω στη σκέψη 14, του Αντιπροέδρου Δ. Κυριλλόπουλου, στην οποία προσχώρησε και ο Πάρεδρος Ε. Αργυρός, δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που παρατέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 11, και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, το Δικαστήριο, εκδικάζοντας την αίτηση αναιρέσεως κατόπιν αποδοχής της αιτήσεως επανεξετάσεως και εξαφανίσεως της 800/2021 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίνει ότι κατά την έννοια της ανωτέρω αποφάσεως του ΕΔΔΑ, προκειμένου να αρθεί η διαγνωσθείσα παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 4 ως προς την υποχρέωση συμμορφώσεως προς οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 του ΕισΝΑΚ καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση 1501/2014 της Ολομελείας του. Την ερμηνεία δηλαδή των ως άνω διατάξεων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων πριν από τη μεταστροφή της νομολογίας με την 800/2021 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία (μεταστροφή) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι απέκλειε την πρόσβαση του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος, κατά τη γνώμη του οποίου, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί στη μειοψηφούσα γνώμη που διατυπώθηκε στη σκέψη 14, η υπόθεση του αναιρεσείοντος πρέπει να αντιμετωπισθεί με βάση τα κριθέντα με την 800/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και όχι με βάση τα κριθέντα με την προγενέστερη 1501/2014 απόφαση της Ολομελείας αυτού.
- Επειδή, με την απόφαση 1501/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «[Τ]ο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι “Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους” έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες […] ή νόμιμες […]. Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ’ όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους…. [Σ]το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄ 164) ορίζεται ότι “Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών”. Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με τη φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ’ όσον δε το Σύνταγμα, […], δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη».
- Επειδή, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α´ 213), και, περαιτέρω, η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αν πρόκειται για διαφορά που έχει χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 1709, 1552, 1213, 918/2025, 983/2024 7μ., 1501/2024, 82/2023 7μ. κ.ά.). Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν πρέπει να αναφέρονται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά πρέπει να αφορούν αποκλειστικά την ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως αν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της δικαστικής αποφάσεως (ΣτΕ 1552, 1213, 918/2025, 983/2024 7μ. κ.ά.). Συνεπώς, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την ως άνω έννοια. Θέτουν, όμως, νομικό ζήτημα λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως (ΣτΕ 1709, 918/2025, 983/2024 7μ., 82/2023 7μ. κ.ά.). Ομοίως, σε περίπτωση εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αόριστων νομικών εννοιών με υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών δεδομένων της κάθε υποθέσεως, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον έχει αποφανθεί το δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί το ίδιο νομικό ζήτημα (ΣτΕ 1709, 1552, 918/2025, 983/2024 7μ., 1501/2024, 82/2023 7μ. κ.ά.). Συνεπώς, όταν με τον λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η ερμηνεία που δόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε αόριστη νομική έννοια, η οποία αποτελεί στοιχείο του εφαρμοστέου από το δικαστήριο αυτό κανόνα δικαίου, εφόσον η αόριστη νομική έννοια προσδιορίζεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υποθέσεως, ως απόφαση που επιλύει το ίδιο νομικό ζήτημα νοείται μόνο η απόφαση που έχει κρίνει επί υποθέσεως με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά περιστατικά (ΣτΕ 918/2025, 750/2022, 1704/2019 κ.ά.). Τέλος, η έρευνα της συνδρομής των τασσόμενων με τις ως άνω διατάξεις προϋποθέσεων του παραδεκτού προηγείται της έρευνας κάθε ζητήματος που ανάγεται στον έλεγχο του βασίμου του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, συμπεριλαμβανομένων και των ζητημάτων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, είτε ανάγονται στη δημόσια τάξη είτε όχι, με εξαίρεση τα ζητήματα που αφορούν τη δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου καθώς και τα ζητήματα που συνάπτονται με τη φύση της διαφοράς, ως ακυρωτικής διαφοράς ή ως διοικητικής διαφοράς ουσίας. Επομένως, το Συμβούλιο της Επικρατείας δύναται να προχωρήσει στην έρευνα αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως μόνον εφόσον θεμελιώνεται το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως από την άποψη της συνδρομής των σωρευτικώς απαιτούμενων προϋποθέσεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 874-875/2024 Ολομ.).
- Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 8.5.2017 και, επομένως, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με χρηματικό αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί στα αιτηθέντα με την απορριφθείσα ένδικη αγωγή ποσά των 47.280 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο σε ευρώ κατά τον χρόνο εξοφλήσεως καθώς και 16.860 ευρώ. Ενόψει του ότι το ποσό της διαφοράς εκφράζεται εν μέρει σε συνάλλαγμα, και με δεδομένο το άδηλο της ισοτιμίας δολαρίου-ευρώ που θα ισχύει κατά τον χρόνο καταβολής του, δεν καθίσταται πρόδηλο, ότι το ποσό που, εν τέλει, θα οφείλεται υπολείπεται του ορίου των 40.000 ευρώ (ΣτΕ 265/2025, 2070/2020, 748, 750/2019, 1515/2018 κ.ά.). Συνεπώς, για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως απαιτείται προβολή ισχυρισμών περί αντιθέσεως προς τη νομολογία ή περί ανυπαρξίας νομολογίας, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη.
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ έκρινε ότι πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου, σε αντίθεση με τα κριθέντα στις 1047/2016, 48/2016 7μ., 1330/2016, 2168/2016 7μ. και 1501/2014 Ολομ. αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, έκριναν ότι η αστική ευθύνη του Δημοσίου αρκεί να προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι, κατά παράβαση των κρίσεων των ανωτέρω αποφάσεων, το δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσέθεσε αυθαίρετα έναν επιπλέον όρο στοιχειοθετήσεως της εν λόγω ευθύνης του Δημοσίου (απόδειξη ότι υπάρχει πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος). Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προαναφερθείσα κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχεται σε αντίθεση με τις ως άνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
- Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, παραπέμποντας στις αποφάσεις του Δικαστηρίου 1501/2014 της Ολομελείας και 1330/2016. Περαιτέρω, εξέτασε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, και κατέληξε στην κρίση ότι «ελλείπει εν προκειμένω η προϋπόθεση του πρόδηλου χαρακτήρα του σφάλματος της κρίσεως των οργάνων της δικαστικής εξουσίας». Ενόψει αυτών, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου ότι «θα πρέπει να αποδεικνύεται ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος» δεν συνιστά προσθήκη ενός επιπλέον όρου θεμελιώσεως της ευθύνης του Δημοσίου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά επανάληψη της ερμηνείας του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία παρέθεσε στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού το διοικητικό εφετείο, δηλαδή ότι για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω ζημίας που προκλήθηκε από τα όργανα της δικαστικής εξουσίας θα πρέπει να προκύπτει ο πρόδηλος χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως των οργάνων αυτών. Κατόπιν των ανωτέρω, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ο δε ισχυρισμός περί αντιθέσεως στη νομολογία του Δικαστηρίου προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
- Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο χαρακτηρισμός της κρίσεως της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου ως εξαιρετικά φορμαλιστικής από την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου. Τούτο διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, το ΕΔΔΑ, αν και δεν χρησιμοποίησε τον όρο «πρόδηλο σφάλμα», προέβη σε κρίσεις από τις οποίες προκύπτει το πρόδηλο του σφάλματος αυτού, ήτοι η προφανής και σοβαρή παρανομία των οργάνων του Αρείου Πάγου. Ως εκ τούτου, έκρινε με δύναμη «δεδικασμένου», που δέσμευε το δικαστήριο της ουσίας, την έκταση και το μέγεθος της παρανομίας. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, προβάλλεται, πλην της αντιθέσεως προς τις 818/2008 και 353/2012 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, η οποία δεν υφίσταται, ισχυρισμός περί ελλείψεως νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το ζήτημα της εκτάσεως και του τρόπου δεσμεύσεως του εθνικού δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως για σφάλματα δικαστικών αποφάσεων, από τις κρίσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την παρανομία των αποφάσεων αυτών από το ΕΔΔΑ, κατόπιν προσφυγής του ενάγοντος.
- Επειδή, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως νομολογίας είναι βάσιμος, διότι πράγματι, το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, δηλαδή αν η διαπίστωση σφάλματος σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου από το ΕΔΔΑ δεσμεύει το εθνικό δικαστήριο και ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου κατά την εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως από σφάλμα δικαστικής αποφάσεως, δεν είχε κριθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, και είναι περαιτέρω εξεταστέος.
- Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 4, το εθνικό δικαστήριο που δικάζει υπόθεση του δικαιωθέντος στο ΕΔΔΑ διαδίκου οφείλει, στο πλαίσιο συμμορφώσεως προς την απόφαση του ΕΔΔΑ κατά το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, να λαμβάνει υπόψη τις διαπιστώσεις της αποφάσεως του ΕΔΔΑ και να μην αποκλίνει αυθαίρετα από τα κριθέντα με αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ΕΔΔΑ με την από 14.12.2006 απόφαση έκρινε ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως εχώρησε λόγω εξαιρετικά φορμαλιστικής προσεγγίσεως της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού, η οποία εισήγαγε περιορισμό δυσανάλογο προς τον σκοπό της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο. Με την απόφαση αυτή το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παρανομία (σφάλμα) στην 1143/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από την κρίση όμως αυτή του ΕΔΔΑ δεν δημιουργείται «ουσιαστικό δεδικασμένο», υπό την έννοια της υποχρεώσεως του εθνικού δικαστηρίου να αποφανθεί άνευ ετέρου ότι το ως άνω σφάλμα που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ στην 1143/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου συνιστά και πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων. Και τούτο, διότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της έρευνας των προϋποθέσεων του ως άνω άρθρου για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από σφάλμα δικαστικής αποφάσεως, να κρίνει εάν το σφάλμα που διαπιστώθηκε με την απόφαση του ΕΔΔΑ συνιστά και πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ενόψει αυτών, νομίμως το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός της κρίσεως της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου ως εξαιρετικά φορμαλιστικής με την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν ισοδυναμεί, άνευ ετέρου, με προσδιορισμό του σχετικού σφάλματος ως προδήλου και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι εσφαλμένως το δικάσαν διοικητικό εφετείο, κατά παράλειψη συνεκτιμήσεως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, έκρινε ότι το σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου που διαγνώστηκε με την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι ο Άρειος Πάγος αβασίμως ενέμεινε στην απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, παρά τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα, τα οποία ο αναιρεσείων αναλυτικά είχε εκθέσει στις προτάσεις και την προσθήκη, καθώς και ότι η εν λόγω κρίση του Αρείου Πάγου στηρίχθηκε σε νομολογιακό δεδομένο και όχι στον νόμο, δεδομένου ότι σε καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι η αναφορά της ιστορικής βάσεως της αγωγής αποτελεί στοιχείο του ορισμένου του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως. Επιπλέον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι εν προκειμένω το σφάλμα ήταν πρόδηλο, δεδομένου ότι ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης όφειλε να εξετάσει αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τους προβληθέντες λόγους αναιρέσεως που αφορούσαν την παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, συμπληρώνοντας την τυχόν αοριστία των λόγων αυτών, και ότι, πάντως, ο Άρειος Πάγος έχει ήδη μεταβάλει την εφαρμογή του ως άνω νομολογιακού και φορμαλιστικού, κατά τον αναιρεσείοντα, κανόνα σε αποφάσεις που εκδόθηκαν επί ομοίων αξιώσεων υπαλλήλων, μεταγενέστερες της δικής του υποθέσεως. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το νομικό ζήτημα της έννοιας του πρόδηλου σφάλματος του δικαστικού οργάνου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό ενός σφάλματος ως προδήλου, ήτοι σχετικά με τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τη διαπίστωση της συνδρομής του. Εξάλλου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο λόγος αυτός θέτει νομικό ζήτημα, καθώς αναφέρεται στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως.
- Επειδή, βασίμως προβάλλεται ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως νομολογίας. Και τούτο διότι, πράγματι, δεν είχε κριθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως και αφορά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του πρόδηλου σφάλματος. Δηλαδή αν συνιστά πρόδηλο σφάλμα της δικαστικής αποφάσεως του ΑΠ η απόρριψη λόγων αναιρέσεως ως αόριστων λόγω παραλείψεως του αναιρεσείοντος να αναγράψει στο δικόγραφο της αναιρέσεως την ιστορική βάση της αγωγής και ειδικότερα στοιχεία κρίσιμα για την ένδικη διαφορά, παρόλο που τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα του φακέλου της αναιρετικής δίκης. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, και είναι περαιτέρω εξεταστέος.
- Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δέχθηκε ότι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω ζημίας που προκλήθηκε από όργανα της δικαστικής εξουσίας, απαιτείται να συντρέχει ως προϋπόθεση πρόδηλο σφάλμα της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού. Περαιτέρω, εξέτασε εάν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή στην 1143/2001 απόφαση του ΑΠ και κατέληξε στην κρίση ότι δεν συντρέχει πρόδηλο σφάλμα (βλ. ανωτέρω σκ. 8). Συγκεκριμένα, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι το σφάλμα που απέδωσε η από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ στην προαναφερθείσα απόφαση του ΑΠ ήταν η απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως ως αόριστων κατόπιν εξαιρετικά φορμαλιστικής προσεγγίσεως της ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού και ότι η αοριστία του δικογράφου, κατά την απόφαση του ΑΠ, έγκειτο στην παράλειψη του ήδη αναιρεσείοντος να εκθέσει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως την ιστορική βάση της απορριφθείσας ως μη νόμιμης αγωγής και ειδικότερα στοιχεία κρίσιμα για την ένδικη διαφορά, όπως αυτά της εργασιακής σχέσεως και της οικογενειακής του καταστάσεως. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι η παράλειψη αυτή, ενόψει των απαιτήσεων του άρθρου 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με το ορισμένο της αιτήσεως αναιρέσεως, των γενομένων δεκτών από τη νομολογία του ανωτάτου Δικαστηρίου (ΑΠ) αλλά και του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υποθέσεως, κινούνταν οριακά στα πλαίσια της αοριστίας, παρά το γεγονός ότι η μεν σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος προέκυπτε από το κείμενο των λόγων αναιρέσεως, η δε οικογενειακή του κατάσταση από τα στοιχεία του φακέλου, ο οποίος ήταν στη διάθεση του ΑΠ. Και τούτο διότι, κατά τα γενόμενα δεκτά από το διοικητικό εφετείο, αφενός μεν ο Άρειος Πάγος είχε, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, δυνατότητα (και όχι υποχρέωση), ύστερα από πρόταση του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τους συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, αφετέρου δε, λόγοι ασφάλειας του δικαίου οδήγησαν τον Άρειο Πάγο στην ανωτέρω κρίση. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως ως αόριστων με την ως άνω απόφαση του ΑΠ δεν συνιστούσε πρόδηλο σφάλμα της αποφάσεως αυτής και, επομένως, δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα κριθέντα με την από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ, εξέτασε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων, κατά την εμμέσως συναγόμενη κρίση του, η δικαστική πλάνη καθίστατο συγγνωστή, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (βλ. ανωτέρω σκ. 21), και έκρινε τελικώς ότι ελλείπει η προϋπόθεση του πρόδηλου σφάλματος της ως άνω αποφάσεως του ΑΠ. Η κρίση αυτή στηρίζεται α) στη διάταξη του άρθρου 566 ΚΠολΔ σχετικά με το ορισμένο της αιτήσεως αναιρέσεως, β) στη νομολογία του ΑΠ ως προς την έννοια αυτής, γ) στην πάγια πρακτική, η οποία είναι γνωστή στους πληρεξουσίους δικηγόρους, ότι τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του ΑΠ περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υποθέσεως, δ) στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο ΑΠ έχει δυνατότητα (και όχι υποχρέωση, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), μετά από πρόταση του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη, να ερευνά αυτεπαγγέλτως συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, και ε) σε λόγους ασφάλειας δικαίου που διαμορφώνονται σε βάθος χρόνου με βάση τη νομολογία και την πάγια πρακτική. Ενόψει αυτών, και δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 28 το σφάλμα που διαπιστώθηκε με την ως άνω απόφαση του ΕΔΔΑ στην 1143/2001 απόφαση του ΑΠ δεν έχει τον χαρακτήρα του πρόδηλου σφάλματος, κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το διοικητικό εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη τα ανωτέρω ιδιαίτερα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως (νομοθεσία, νομολογία, πάγια δικονομική πρακτική συντάξεως δικογράφων, ασφάλεια δικαίου) για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω πρόδηλο σφάλμα της αποφάσεως του ΑΠ προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, νομίμως έκρινε ότι αυτά δεν συγκροτούν την νομική έννοια του πρόδηλου σφάλματος κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Κατόπιν αυτών, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως που εκτέθηκε στη σκέψη 29 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, το ΕΔΔΑ στην από 14.12.2006 απόφαση παραθέτει τη νομολογία του ΑΠ ως πρακτική για την ερμηνεία του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ.: «18. Κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, σε τι έγκειται το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ευρίσκεται η παραβίαση στην ερμηνεία ή την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα, και πρέπει, επίσης, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίσθηκε το Εφετείο για να απορρίψει την έφεση (ΑΠ 372/2002, 388/2002)». Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ στην ίδια απόφαση αναφέρει τα εξής: «26. Κατ’ αρχήν, το Δικαστήριο φρονεί ότι είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί του τρόπου με τον οποίο το ελληνικό ανώτατο δικαστήριο θα έπρεπε, στην προκειμένη περίπτωση, να ερμηνεύσει το άρθρο 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Πράγματι, με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εισηγητή δικαστή η διακριτική ευχέρεια επανορθώσεως ex officio του τυχόν ασαφούς ή αόριστου χαρακτήρα αιτήσεως αναιρέσεως. Από κανένα στοιχείο της αποφάσεως 1143/2001 του Αρείου Πάγου δεν προκύπτει ότι αυτή ήταν αντίθετη προς την ελληνική νομοθεσία, αυθαίρετη ή δυσανάλογη εν σχέσει προς τη Σύμβαση. Επίσης, στον φάκελο της δικογραφίας, ουδεμία ένδειξη υφίσταται, βάσει της οποίας θα ήταν δυνατό να πιθανολογηθεί ότι η απόφαση αυτή είχε στοιχεία αυθαιρεσίας ή ότι ο ενδιαφερόμενος θα ηδύνατο να αναμένει διαφορετική εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 27. … 28. Το Δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, βασιζόμενο στο άρθρο 566 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το ανώτατο δικαστήριο όρισε, εν προκειμένω, μία προϋπόθεση παραδεκτού η οποία αφορά την αοριστία ή μη των λόγων αναιρέσεως. Αυτός ο κανόνας υπόκειται συνήθως στις απαιτήσεις της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όταν ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο λανθασμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως εν σχέσει με τον κανόνα δικαίου τον οποίο εφάρμοσε, εύλογο είναι να απαιτείται από αυτόν να εκθέτει στην αίτηση αναιρέσεως τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο. Στην αντίθετη περίπτωση, το ανώτατο δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, θα έπρεπε να προβεί σε εκ νέου απόδειξη των σχετικών πραγματικών γεγονότων και να τα ερμηνεύσει εν σχέσει με τον κανόνα δικαίου τον οποίο εφάρμοσε το Εφετείο. Όμως, αυτό δεν είναι δυνατό να συμβεί, διότι θα σήμαινε ότι απαιτείται από το ανώτατο δικαστήριο να διατυπώσει, το ίδιο, τους αναιρετικούς λόγους, τους οποίους θα έπρεπε, στη συνέχεια, να εξετάσει. Εν ολίγοις, ο εφαρμοσθείς στην προκειμένη περίπτωση κανόνας εναρμονίζεται με την ιδιαιτερότητα του ρόλου του Αρείου Πάγου, ο έλεγχος του οποίου περιορίζεται στην τήρηση του δικαίου (βλ., προς την κατεύθυνση αυτή, Μπρέχος κατά της Ελλάδος (dec.), no 7632/04, 11 Απριλίου 2006)». Στην υπόθεση Μπρέχος κατά της Ελλάδος (επί του παραδεκτού) που μνημονεύεται στην από 14.12.2006 απόφαση του ΕΔΔΑ ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως απαράδεκτους λόγους αναιρέσεως που στηρίζονταν σε υποτιθέμενη παραβίαση της ΕΣΔΑ, για τον λόγο ότι ο προσφεύγων είχε παραλείψει να προβάλει τη νομική αυτή βάση στην κύρια αγωγή ή ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, όπως απαιτείται από το άρθρο 562 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παρεμπόδιση του προσφεύγοντος στο δικαίωμά του για πρόσβαση στον Άρειο Πάγο και απέρριψε την εν λόγω αιτίαση ως προδήλως αβάσιμη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 παρ. 3, 4 της Συμβάσεως. Ενόψει και των ανωτέρω παραδοχών του ΕΔΔΑ στην από 14.12.2006 απόφαση, δηλαδή ότι: α) υπήρχε νομολογία του ΑΠ ως προς την ερμηνεία του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βάσει του οποίου απέρριψε ο ΑΠ με την 1143/2001 απόφασή του τους δύο λόγους αναιρέσεως ως αόριστους, και β) η προαναφερθείσα απόφαση του ΑΠ δεν ήταν αντίθετη προς την ελληνική νομοθεσία, αυθαίρετη ή δυσανάλογη εν σχέσει προς τη Σύμβαση, ούτε θα μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να αναμένει διαφορετική εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας -η οποία θα δημιουργούσε πρόβλημα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου- δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι ο ΑΠ υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, διότι παρέλειψε να εξετάσει την υπόθεση (και) σύμφωνα με τις αρχές της δίκαιης δίκης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Και τούτο, διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει πρόδηλο σφάλμα στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο εφαρμόζει τη νομολογία του ως προς την έννοια δικονομικής διατάξεως, όπως εν προκειμένω, και, επιπλέον, έχει διαπιστωθεί, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με απόφαση του ΕΔΔΑ ότι δεν προκύπτει ότι η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου (1143/2001) ήταν αντίθετη προς την ελληνική νομοθεσία, αυθαίρετη ή δυσανάλογη σε σχέση προς τη Σύμβαση. Άλλωστε, από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, τις οποίες παραθέτει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην ως άνω από 14.12.2006 απόφαση και οι οποίες ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του ΑΠ (2001) -και ως εκ τούτου μπορούσαν να είναι γνωστές στους Έλληνες δικαστές-, δεν προκύπτει ότι είχε διαπιστωθεί παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ως προς την ερμηνεία του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, γεγονός που θα υποχρέωνε τον Άρειο Πάγο να αποστεί από την προηγούμενη νομολογία του ως προς την ερμηνεία του άρθρου αυτού. Εξάλλου, η κρίση του ΕΔΔΑ ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως συνιστά μία προσέγγιση «εξαιρετικά φορμαλιστική» (“par trop formaliste”) των προϋποθέσεων παραδεκτού της ασκηθείσας αιτήσεως αφορούσε την παραβίαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως λόγω του περιορισμού που επιβλήθηκε κατά το ΕΔΔΑ στο δικαίωμα προσβάσεως του προσφεύγοντος σε δικαστήριο. Μόνη όμως η κατά τα ανωτέρω κρίση του ΕΔΔΑ, παρά την εμφατική της διατύπωση (“par trop formaliste”- «εξαιρετικά φορμαλιστική»), δεν συνιστά, ενόψει των ήδη εκτεθέντων, πρόδηλο σφάλμα της 1143/2001 αποφάσεως του ΑΠ για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση, το οποίο κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
- Επειδή, μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Δ. Κυριλλόπουλος, κατά τη γνώμη του οποίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μειοψηφούσα γνώμη που διατυπώθηκε στη σκέψη 20, η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει ο αιτών ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, ερείδετο σε παρανομία αποδιδόμενη σε αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή για λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο (έλλειψη δικαιοδοσίας τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μη νομοθετικός καθορισμός των όρων αποκατάστασης της ζημίας που προκαλείται από όργανα ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία), να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση, μη χρήζουσα διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος – αναιρεσείοντος για τον ίδιο λόγο, να εξαφανιστεί η 4997/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος – αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη. Ο αναιρεσείων όμως δεν στερείται έννομης προστασίας και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι, κατά το παρόν στάδιο, ο αναιρεσείων έχει τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή κατά του Δημοσίου ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, και να ζητήσει αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση από την παράλειψη του Δημοσίου να νομοθετήσει, παρά την υποχρέωσή του, σύμφωνα με τα κριθέντα με την 800/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Μειοψήφησαν επίσης ο Αντιπρόεδρος Δ. Μακρής και η Σύμβουλος Σ. Βιτάλη, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής άποψη: όπως γίνεται παγίως δεκτόν από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με το άρθρo 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι σχετικοί με τις τυπικές προϋποθέσεις ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δικονομικοί κανόνες, οι οποίοι αποβλέπουν στην διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στην τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και οι οποίοι πρέπει να αναμένεται από τους ενδιαφερόμενους ότι θα εφαρμόζονται, αποτελούν επιτρεπτούς περιορισμούς του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο, εφόσον δεν περιορίζουν την εν λόγω πρόσβαση κατά τρόπο ή σε βαθμό που θίγεται στον πυρήνα του το δικαίωμα αυτό. Προκειμένου να εκτιμηθεί εάν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού, εξετάζεται εάν α) οι ως άνω περιορισμοί είναι προβλέψιμοι, β) η δυσμενής συνέπεια του διαδικαστικού σφάλματος το οποίο οδηγεί στην στέρηση προσβάσεως του διαδίκου στο δικαστήριο (και της κατ’ ουσίαν κρίσεως της υποθέσεως από αυτό), επιρρίπτεται σε εκείνον στον οποίον αποδίδεται το εν λόγω σφάλμα, κρίση για την οποία, κατ’ εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, λαμβάνεται υπ’ όψιν εάν ο διάδικος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, εάν ο ίδιος ή ο εκπρόσωπός του επέδειξαν την δέουσα επιμέλεια κατά την διενέργεια των οικείων διαδικαστικών πράξεων, εάν το κρίσιμο διαδικαστικό σφάλμα μπορούσε εξαρχής να αποφευχθεί, καθώς και σε ποιον αποδίδεται το σφάλμα κυρίως και αντικειμενικώς, γ) ο τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής του επίμαχου περιορισμού από το δικαστήριο χαρακτηρίζεται από υπερβολική τυπολατρία, όπως προκύπτει από την εξέταση της υποθέσεως στο σύνολό της, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ιδιαίτερων περιστάσεών της (βλ. ΕΔΔΑ Geouffre de la Pradelle κατά Γαλλίας από 16 Δεκεμβρίου 1992, Bellet κατά Γαλλίας από 4 Δεκεμβρίου 1995, Pérez de Rada Cavanilles κατά Ισπανίας από 28 Οκτωβρίου 1998, Miragall Escolano κ.ά. κατά Ισπανίας από 25 Ιανουαρίου 2000, Miragall Escolano κ.λπ. κατά της Ισπανίας αρ. 38366/97, CEDH 2000-I. Επίσης αποφάσεις Běleš κ.λπ. κατά της Δημοκρατίας της Τσεχίας, nο 47273/99, § 69, CEDH 2002-IX, Zvolský και Zvolská κατά της Δημοκρατίας της Τσεχίας, nο 46129/99, § 55, CEDH 2002-IX και αποφάσεις της 26.7.2007, Walchli κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 35787/03, σκ. 28 – 29, της 15.6.2009, Guillard κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 24488/04, σκ. 33 – 36, της 27.3.2014, E.-A. κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 31150/09, σκ. 40 – 42, της 5.2.2016, Henrioud κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 21444/11, σκ. 55 – 58, της 2.6.2016, Παπαϊωάννου κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 18880/15, σκ. 39 – 40, της 2.3.2017, Παρουτσάς κ.λπ. κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 34639/09, σκ. 25 – 29, της 5.4.2018, Zubac κατά Κροατίας, αριθ. προσφ. 40160/12, σκ. 78, 85, 87 – 99, της 31.7.2020, Dos Santos Calado κ.λπ. κατά Πορτογαλίας, αριθ. προσφ. 55997/14 κ.ά., σκ. 108 – 110, 113 – 117, της 17.11.2022, Μακρυλάκης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 34812/15, σκ. 32-36, της 8.7.2025, Θεόδωρος Βαβουλάς & ΣΙΑ ΟΕ κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 27916/2019, σκ. 15· ειδικά για την υποβολή σε δικαστήριο στοιχείων σχετικών με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση επί του παραδεκτού της 6.9.2007, Σιδεράκης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 21606/05, αποφάσεις της 28.5.2009, Σταμούλης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 1735/07, σκ. 20 – 22, της 16.7.2009, Χριστοδούλου κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 514/07, σκ. 21 – 22, της 23.5.2024, Patricolo κατά Ιταλίας, αριθ. προσφ. 37943/17 κ.ά., σκ. 69 – 70, της 21.11.2024, Justine κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ. 78664/17, σκ. 32, 37 – 38). Εν προκειμένω στην από 14.12.2006 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Πρώτο Τμήμα, επί προσφυγής του αναιρεσείοντος (προσφυγή με αριθμό 77574/01) αναφέρονται τα εξής: «27. Πράγματι, το ερώτημα το οποίο τίθεται εν προκειμένω, είναι εάν ο τρόπος με τον οποίο ο Άρειος Πάγος απέρριψε ορισμένους προβληθέντες από τον προσφεύγοντα νομικούς λόγους ως απαράδεκτους, επειδή αυτός είχε παραλείψει να αναφέρει ορισμένα πραγματικά στοιχεία τα οποία, πάντως, περιλαμβάνονται στον φάκελο της δικογραφίας, συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο. 28. Το Δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, βασιζόμενο στο άρθρο 566 παρ. 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, το ανώτατο δικαστήριο όρισε, εν προκειμένω, μία προϋπόθεση παραδεκτού η οποία αφορά την αοριστία και όχι τους αναιρετικούς λόγους. … 29. Εν τούτοις, στην παρούσα υπόθεση, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος υποχρέωνε τον Άρειο Πάγο να προβεί σε εκ νέου απόδειξη των πραγματικών γεγονότων. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η σύμβαση εργασίας του προσφεύγοντος προέκυπτε σαφώς από το κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, οι όροι της συμβάσεως εργασίας, η οικογενειακή κατάσταση του προσφεύγοντος καθώς και η ηλικία και ο αριθμός των παιδιών του αποτελούσαν στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ο οποίος κατετέθη μαζί με την αίτηση αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, όλα τα απαιτούμενα για την εξέταση της αναιρέσεως στοιχεία ήταν στη διάθεση του Αρείου Πάγου». Με την από 14.12.2006 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίθηκε τελικά ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου παραβιάζει το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διότι: «30. … με την απόφαση 1143/2001 … ουδόλως ανεφέρθη στους λόγους και τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος (“son arrêt no 1143/2001, la Cour de cassation ne se référa aucunement aux moyens et arguments du requérant”). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταλογίζοντας στον προσφεύγοντα ότι παρέλειψε να διευκρινίσει τα προαναφερθέντα στοιχεία, ο Άρειος Πάγος αλλοίωσε το ερώτημα το οποίο αποτελούσε αντικείμενο της διαφοράς (“la Cour de cassation contourna la question faisant l’objet du litige”) και εξέδωσε μία απόφαση που δεν απαντούσε στην ουσία του προβλήματος που είχε αναφυεί. 31. Υπό το φως των ως άνω δικανικών συλλογισμών, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως συνιστά μία προσέγγιση εξαιρετικά φορμαλιστική (“par trop formaliste”) των προϋποθέσεων παραδεκτού της ασκηθείσας αιτήσεως. Επομένως, ο περιορισμός ο οποίος επεβλήθη στο δικαίωμα προσβάσεως του προσφεύγοντος σε δικαστήριο δεν υπήρξε ανάλογος του σκοπού εγγυήσεως της νομικής ασφάλειας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. 32. Υπήρξε επομένως παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως του προσφεύγοντος σε δικαστήριο». Η ελεγχόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας (σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία του, αν και δεν την μνημονεύει). Καίτοι είναι το ανώτατο δικαστήριο της πολιτικής δικαιοσύνης της Χώρας, παραγνώρισε εμφανώς να εξετάσει την υπόθεση βάσει (και) των θεμελιωδών αρχών της δίκαιης δίκης που αποτελούν θεσμική εγγύηση αποφυγής της υπερβολικής τυπολατρίας που δεν εξυπηρετεί την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (και το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος) και μολονότι μάλιστα υφίστατο σχετική νομολογία, κατά τα προεκτεθέντα. Η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διαγνωσθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την προπαρατεθείσα χαρακτηριστική κρίση ότι με τα συγκεκριμένα περιστατικά ο Άρειος Πάγος «αλλοίωσε το ερώτημα το οποίο αποτελούσε αντικείμενο της διαφοράς» και ότι η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως συνιστά προσέγγιση «εξαιρετικά φορμαλιστική» των προϋποθέσεων του παραδεκτού της. Σύμφωνα με το κρίσιμο πλαίσιο που έχει προσδιορισθεί με την κατά πλειοψηφία κρίση της αποφάσεως 1501/2014 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το εν λόγω νομικό σφάλμα της αποφάσεως του Αρείου Πάγου παρίσταται πρόδηλο και μη συγγνωστό. Και τούτο διότι, όπως καθίσταται ευκόλως αντιληπτό με την ανάγνωση και μόνον της σχετικής πρώτης σκέψεως του κεφαλαίου της ελεγχόμενης 1143/2001 αποφάσεως που αφορά την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση, εφαρμόζοντας μόνον τις διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας (άρθρα 566 παράγραφος 1 και 559 παράγραφος 1) και απορρίπτει βάσει αυτών τον επίμαχο λόγο αναιρέσεως ως αόριστο, έχοντας προσκολληθεί υπερβολικά στον τύπο που δεν εξυπηρετεί τον θεμιτό σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που εγγυάται το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (καθώς και το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας). Με τα αντικειμενικά αυτά δεδομένα καθίσταται λίαν ευδιάκριτο ότι με την απόφαση αυτή ο Άρειος Πάγος παραγνώρισε τις θεμελιώδεις εγγυήσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σύμφωνα με την ερμηνεία τους από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ότι τις παραβίασε, όπως διαπιστώθηκε με τις αναφερθείσες κρίσιμες σκέψεις της από 14.12.2006 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Το σφάλμα του Αρείου Πάγου είναι ολοφάνερο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα κριθέντα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την ελεγχόμενη απόφαση έθιξε θεμελιώδεις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνουν κανόνες αυξημένης τυπικής ισχύος για την τήρηση των οποίων ευθύνεται η Ελλάδα. Και τούτο διότι δια της εφαρμογής διαδικαστικών κανόνων με εξαιρετική τυπολατρική προσήλωση, δεν απάντησε στην ουσία του προβλήματος που του είχε τεθεί παραβλέποντας και αλλοιώνοντας το αντικείμενο της διαφοράς, λαμβανομένου υπ’ όψιν του χαρακτήρα του Αρείου Πάγου ως Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ρόλου που του έχει ανατεθεί για την διασφάλιση της ουσιαστικής και δικονομικής νομιμότητας καθώς και του δυσανάλογου περιορισμού που επέβαλε στο δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο ώστε να μην εξυπηρετηθεί η νομική ασφάλεια και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφού μάλιστα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θεώρησε την επίδικη απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως «εξαιρετικά φορμαλιστική», δηλαδή έντονη, υπερβολική. Το εν λόγω νομικό σφάλμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης που απορρέει από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι συγγνωστό, δηλαδή δικαιολογημένο, λαμβανομένης μάλιστα υπ’ όψιν, εκτός των αναφερθέντων χαρακτηριστικών και περιστάσεων της υποθέσεως, της υφισταμένης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά τον χρόνο της κρίσεώς του. Η νομική πλημμέλεια δικαστικής αποφάσεως που χαρακτηρίζεται ως «εξαιρετική» (“par trop”) και η οποία έχει ως αποτέλεσμα να παρακάμπτεται η εξέταση της ουσίας της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, πρέπει με δικανική, συνεκτική, κρίση, σύμφωνα δε και με τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να γίνει δεκτόν ότι παρίσταται αντιληπτή ως «πρόδηλη». Το «εξαιρετικό» (έντονο, υπερβολικό) σφάλμα είναι «προδήλως» (ευχερώς, ολοφάνερα) αντιληπτό, κατά έλλογη νομική εκτίμηση, κατ’ επέκταση, δε, δεν είναι «συγγνωστό» (δικαιολογημένο). Ενώπιον μάλιστα Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, «δικαίῳ και λόγῳ» υφίσταται στην 1143/2001 απόφαση πρόδηλο σφάλμα μη συγγνωστό, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος με την υπερβολική και έντονη τυποκρατική εφαρμογή των διατάξεων του κώδικα πολιτικής δικονομίας, παραβλέποντας την θεμελιώδη αρχή της δίκαιης δίκης από την οποία απορρέει η υποχρέωση αποφυγής υπερβολικής τυπολατρίας, αλλοίωσε το αντικείμενο της διαφοράς και παραγνώρισε να εξετάσει την ουσία της βάσει των δεδομένων που προέκυπταν σαφώς από το σύνολο της δικογραφίας, επί βλάβη της θεσμικής εγγυήσεως της ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, επί υποθέσεως που ήχθη ενώπιον της δικαιοσύνης τον Μάιο 1998 που αφορά επιδίκαση επιδόματος τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής σε υπάλληλο ιδιωτικού δικαίου, κλητήρα, σε Πρεσβεία της Ελλάδος και που οδήγησε σε σειρά δικών σε ελληνικά δικαστήρια και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Λαμβανομένων υπ’ όψιν των προαναφερθέντων, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν εξέτασε την υπόθεση από την προεκτεθείσα κρίσιμη άποψη της παραβιάσεως της θεσμικής εγγυήσεως της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνει την αποφυγή υπερβολικής τυπολατρίας, βάσει της διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αν και είχε γίνει επίκληση της διατάξεως αυτής καθώς και της σχετικής από 14.12.2006 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην αγωγή για να θεμελιωθεί το πρόδηλο σφάλμα της κρίσεως της επίδικης αποφάσεως του Αρείου Πάγου, για ζήτημα δηλαδή που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης για την αποκατάσταση της ζημίας που, όπως προέβαλε ο αναιρεσείων, υπέστη από την απόφαση αυτή. Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε (σύμφωνα με την 7η σκέψη της) ότι δεν υφίσταται πρόδηλο σφάλμα βάσει «των απαιτήσεων του άρθρου 566 παράγραφος 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας σχετικά με το ορισμένο της αιτήσεως αναιρέσεως, των γενομένων δεκτών από την νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου αλλά και του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως περιέχουν έστω και συνοπτικά την ιστορική βάση της συγκεκριμένης υποθέσεως». Δεν αρκεί όμως για την ορθή εκτίμηση της εν προκειμένω συνδρομής της προϋποθέσεως του προδήλου και μη συγγνωστού σφάλματος της αποφάσεως αυτής, μόνον η εξέταση από το δικάσαν δικαστήριο της ελεγχόμενης αποφάσεως του Αρείου Πάγου με βάση τις διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας (άρθρα 566 παράγραφος 1 και 562 παράγραφος 4) και την διαμορφωθείσα επ’ αυτών νομολογία (αφού παρίσταται αόριστο και χωρίς νομικό έρεισμα το τελευταίο τμήμα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως [: «του γεγονότος ότι παγίως τα δικόγραφα … της συγκεκριμένης υποθέσεως»]), χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι κρίσιμες συνέπειες της θεσμικής εγγυήσεως της δίκαιης δίκης ενώπιον του Αρείου Πάγου, βάσει της διατάξεως του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (και του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος), προκειμένου να μην παρακάμπτεται η εξέταση της ουσίας ή να μην αλλοιώνεται το αντικείμενο της διαφοράς μέσω της υπερβολικής προσκολλήσεως στον δικονομικό τύπο, και αφού ο χαρακτήρας του εν λόγω νομικού σφάλματος παρίσταται ως μη συγγνωστός, μη δικαιολογημένος, με βάση τα δεδομένα και τις περιστάσεις της υποθέσεως, κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια, κατά την προπαρατεθείσα μειοψηφήσασα γνώμη του Αντιπροέδρου Δημητρίου Μακρή και της Συμβούλου Σοφίας Βιτάλη, για τον λόγο αυτόν που προβάλλεται βασίμως πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η απόφαση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας.
Εξαφανίζει την 800/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Δικάζει εκ νέου την αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος και την απορρίπτει.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επιβάλλει στο καθ’ ού η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ για την αίτηση αναιρέσεως.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου και 16 Μαρτίου 2026
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μιχαήλ Πικραμένος και μετά την αποχώρησή της
Η Γραμματέας
Κωνσταντίνα Γκιώκα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2026.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μιχαήλ Πικραμένος Κωνσταντίνα Γκιώκα