Αγωγή ιατρού, με αίτημα να του καταβάλει το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο: α) ποσό 304.569,63 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τη ζημία την οποία είχε υποστεί, εξ αιτίας της παράνομης διαγραφής του από το προσωπικό του νοσοκομείου και της αρνήσεως του τελευταίου να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1999 έως 31.08.2005 και β) ποσό 50.000 ευρώ για την αποκατάσταση της εντεύθεν ηθικής του βλάβης. Προϋποθέσεις παραδεκτού αιτήσεως αναιρέσεως. Ένσταση συμψηφισμού ζημίας και κέρδους. Σε περίπτωση όμως κατά την οποία υπάλληλος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. παραμείνει για ορισμένο διάστημα παρανόμως εκτός υπηρεσίας (όπως επί παράνομης απολύσεως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το διάστημα αυτό, δικαιούται ως αποζημίωση, τα ποσά των εν λόγω αποδοχών (πρβλ. ΣτΕ 3043/2013, 3854/2011 κ.ά.). Εξ άλλου, στην περίπτωση κατά την οποία ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός Υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξαρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σ’ αυτόν αναδρομικές ως άνω αποδοχές. Κι αυτό, γιατί ο κατόπιν της απομακρύνσεώς του απ’ την Υπηρεσία αναγκαίος επαγγελματικός αναπροσανατολισμός του υπαλλήλου και η άσκηση από αυτόν άλλης, πάντως, έναντι της υπηρεσίας του, βιοποριστικής δραστηριότητας, διακόπτει, ως εκ της φύσεως της ανθρώπινης εργασίας, τον κατά νόμον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παράνομης απομάκρυνσης, και καθιστά τις σχετικές ωφέλειες απότοκες, όχι του γεγονότος εκείνου, αλλά της αυτόνομης αναλήψεως βιοποριστικής δράσεως. Για τους λόγους δε, άλλωστε αυτούς, προκειμένου περί απομακρύνσεως από θέση ιατρού του Ε.Σ.Υ., είναι αδιάφορο από της ανωτέρω απόψεως, αν ο ιατρός επιδόθηκε σε βιοποριστική δραστηριότητα άσχετη ή άσκησε την ιατρική ως ελευθέριο επάγγελμα.
Αριθμός 502/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2023, με την εξής σύνθεση: Ιωάννης Γράβαρης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Βασίλειος Αραβαντινός, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Ιωάννης Σύμπλης, Γεωργία Ανδριοπούλου, Σύμβουλοι, Δημήτριος Τομαράς, Σωτηρία-Ελπίδα Σταφυλά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Σταυρούλα Χάρου, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 11 Ιανουαρίου 2016 αίτηση:
του …, κατοίκου … Αττικής (…), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Βασιλική Σκορδάκη (Α.Μ. 11217), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Γενικού Νοσοκομείου … «…», το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Αργύριο Μάνθου (Α.Μ. 11128), που τον διόρισε με εξουσιοδότηση του Διοικητή, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1347/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δημητρίου Τομαρά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αναιρεσείοντος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
- Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1403250-1, 4151789/ 11.01.2016 ειδικά έντυπα παραβόλου).
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1347/2015 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος, ιατρού, κατά της υπ’ αριθμ. 11.553/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 15.09.2005 αγωγή του ιδίου, με αίτημα να του καταβάλει το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο: α) ποσό 304.569,63 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τη ζημία την οποία είχε υποστεί, κατά τους ισχυρισμούς του, εξ αιτίας της παράνομης διαγραφής του από το προσωπικό του νοσοκομείου και της αρνήσεως του τελευταίου να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1999 έως 31.08.2005 και β) ποσό 50.000 ευρώ για την αποκατάσταση της εντεύθεν ηθικής του βλάβης.
- Επειδή, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την υπ’ αριθμ. 552/2023 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως αυτού.
- Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. [Ως ισχύει, κατόπιν της αντικαταστάσεώς της δια του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016, Φ.Ε.Κ. Α΄ 240)] Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. […] 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, […]».
- Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, όπως παγίως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων, και του ελάχιστου δηλαδή ποσού της διαφοράς κατά την παράγραφο 4 και της προβολής των αναφερομένων στην παράγραφο 3 ισχυρισμών σχετικά με τη νομολογία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, ο αναιρεσείων βαρύνεται με την υποχρέωση, επί ποινή απαραδέκτου, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που πρέπει να περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς, είτε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με ένα τέτοιο ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς, έρχεται σε αντίθεση με παγιωμένη και, πάντως, μη ανατραπείσα νομολογία, μεταξύ άλλων, του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για την επίλυση των αντίστοιχων διαφορών (ΣτΕ 2189/2019, 2118/2016, 797/2013 7μ. κ.ά.). Επομένως, σε περίπτωση επικλήσεως, κατά τ’ ανωτέρω, εκ μέρους του αναιρεσείοντος ελλείψεως νομολογίας ή αντιθέσεως προς αυτήν, θα πρέπει η έλλειψη ή η αντίθεση να αφορά αποκλειστικά στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, δυναμένης, ως εκ τούτου, να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα πρόταση ή προκύπτει από την υπαγωγή του οικείου δικανικού συλλογισμού, και να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της συγκεκριμένης υποθέσεως (ΣτΕ 1063/2021, 1171/2020, 50/2016, 3622, 1457, 1307/2015, 1016, 1913/2014, 3012/2013 κ.ά.). Δεν συνιστά, εξ άλλου, την απαιτούμενη ως άνω προβολή ειδικού ισχυρισμού περί αντιθέσεως στη νομολογία, η επίκληση αποφάσεων, η οποία δεν αποτελεί περιεχόμενο τέτοιου ισχυρισμού αλλά γίνεται προς ενίσχυση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως (ΣτΕ 3458/2017 κ.ά.).
- Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων διορίσθηκε με την υπ’ αριθμ. Δ2β/…/ … 1987 πράξη του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην θέση του Διευθυντή του Καρδιολογικού Τμήματος, του κλάδου ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο. Με το υπ’ αριθμ. Δγ/…/…1991 έγγραφο του ιδίου Υπουργού παραπέμφθηκε ενώπιον του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου των ιατρών του Ε.Σ.Υ. με τις κάτωθι κατηγορίες: α) της παραβάσεως των κανόνων της ιατρικής δεοντολογίας, β) της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση του καθήκοντος, γ) της άνισης μεταχειρίσεως ασθενών, δ) της μη πρέπουσας συμπεριφοράς προς προϊσταμένους συναδέλφους και πολίτες και ε) της παραβάσεως διατάξεων του νόμου περί Ε.Σ.Υ. και νόμων που διέπουν τη λειτουργία του νοσοκομείου. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. Δγ/οικ…./…1991 απόφαση του ιδίου Υπουργού αποσπάσθηκε για έξι μήνες στο Νοσοκομείο … και η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 04.08.1992, όμως ο αναιρεσείων υπέβαλε την παραίτησή του στις 06.08.1992 και αποχώρησε από την υπηρεσία. Εν τω μεταξύ, το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο (K.Π.Σ.) με την από …1992 απόφασή του έκρινε ότι ο αναιρεσείων είχε υποπέσει σε όλα τα ανωτέρω πειθαρχικά παραπτώματα και του επέβαλε την ποινή της οριστικής παύσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την από …1993 προσφυγή του, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ.740/1998 απόφαση του ΣτΕ. Με την τελευταία αυτή απόφαση ακυρώθηκε η απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, λόγω κακής συνθέσεως και παραπέμφθηκε και πάλιν η υπόθεση ενώπιον της Διοικήσεως, για να αποφανθεί νομίμως. Σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση το Κ.Π.Σ. εξέτασε εκ νέου την υπόθεση και με την απόφαση της …1999 έπαυσε οριστικώς την πειθαρχική δίωξη του αιτούντος ως προς τις ανωτέρω β, γ, δ και ε κατηγορίες λόγω παραγραφής, ενώ όσον αφορά στη δίωξή του λόγω παραβάσεως των κανόνων της ιατρικής δεοντολογίας, τον έκρινε υπαίτιο και του επέβαλε την ποινή του προστίμου των αποδοχών τριών μηνών. Ο αναιρεσείων, εξ άλλου, αφού του κοινοποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ…/…1998 αίτησή του προς τον Υπουργό Υγείας δήλωσε ότι προσφέρει την εργασία του στην θέση του Διευθυντή Καρδιολογικού Τμήματος του καθ’ ου Νοσοκομείου. Περαιτέρω δε, με την από …2000 εξώδικη όχλησή του δήλωσε στο Υπουργείο Υγείας και Προνοίας ότι προσφέρει την εργασία του στην προαναφερθείσα θέση. Ακολούθως, με την υπ αριθμ. Υ10α/…/…2000 πράξη του Υπουργού ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο Κ.Π.Σ. των ιατρών του Ε.Σ.Υ. με την κατηγορία της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, διότι από τις 27.09.1999, οπότε και του επιδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/…1999 απόφαση του Κ.Π.Σ., μέχρι την 17η.5.2000 δεν παρουσιάσθηκε στην υπηρεσία του, προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα. Κατόπιν διενεργείας ανακρίσεως, το Κ.Π.Σ. δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε υποπέσει στο πειθαρχικό παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι δύο συνεχών εργασίμων ημερών και με την από …2002 απόφασή του τού επέβαλε εκ νέου την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως. Και η ποινή όμως αυτή ακυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 2808/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων απείχε μεν από την άσκηση των καθηκόντων του από 27.09.1999 μέχρι την άσκηση κατ’ αυτού πειθαρχικής αγωγής (09.06.2000), η αποχή όμως αυτή οφειλόταν σε άρνηση της Διοικήσεως να δεχθεί τις υπηρεσίες του, αφού η τελευταία αμφέβαλε περί του αν ο αναιρεσείων έπρεπε να επανέλθει στη θέση του Διευθυντή του Καρδιολογικού Τμήματος του νοσοκομείου, καθ’ όσον στη θέση αυτή είχε, εν τω μεταξύ, διορισθεί άλλος ιατρός. Κατόπιν αυτών, ο αναιρεσείων υπέβαλε τις από 18.10.2004, 31.01.2005 και 31.03.2005 δηλώσεις – αιτήσεις προς το αναιρεσίβλητο, με τις οποίες δήλωνε ότι θέτει τις υπηρεσίες του στη διάθεσή του. Σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ, το Υπουργείο με την υπ’ αριθμ. Υ10α/Γ.Ποικ…./…2006 απόφαση διεπίστωσε την επαναφορά του αιτούντος στην ενεργό υπηρεσία από 07.10.2004, ημερομηνία δημοσιεύσεως της ανωτέρω αποφάσεως του ΣτΕ. Ακολούθως, ο αναιρεσείων με την από 30.10.2006 δήλωση – αίτησή του δήλωσε ότι παρουσιάζεται στη θέση του και θέτει τις υπηρεσίες του στη διάθεση του νοσοκομείου. Το αναιρεσίβλητο με την υπ’ αριθμ. …/…2006 απάντησή του τον κάλεσε να παρουσιασθεί προς ανάληψη υπηρεσίας εντός πέντε εργάσιμων ημερών· την 7η.11.2006 όμως ο αναιρεσείων υπέβαλε την παραίτησή του και αποχώρησε από την υπηρεσία· ενώ, εξ’ άλλου, κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από …2005 αγωγή του, με αίτημα να του καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Διοικήσεως ποσό 304.569,63 ευρώ, που αντιστοιχεί στις ακαθάριστες τακτικές αποδοχές, δώρα, αμοιβές και εφημερίες του εν ενεργεία Διευθυντή του Ε.Σ.Υ. κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1999 έως 31.08.2005, καθώς και ποσό 50.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Το διοικητικό πρωτοδικείο, με την υπ’ αριθμ. 16.632/2012 προδικαστική απόφασή του υποχρέωσε τον Διοικητή του αναιρεσιβλήτου να προσκομίσει στοιχεία αφορώντα στο ύψος των αποδοχών του Διευθυντή του Ε.Σ.Υ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Σε εκτέλεση της προδικαστικής αυτής αποφάσεως προσκομίσθηκε το από …2013 έγγραφο του Οικονομικού Τμήματος του αναιρεσιβλήτου, κατά το οποίον οι αποδοχές που θα ελάμβανε ο αναιρεσείων μετά την τρίμηνη περικοπή των αποδοχών του κατά το έτος 1999 και μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, θα ανέρχονταν σε 147.213,18 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η Διοίκηση του αναιρεσιβλήτου παρανόμως είχε απορρίψει τις δηλώσεις – αιτήσεις προσφοράς υπηρεσίας του αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, παρανόμως δεν του κατέβαλε τις αποδοχές που εδικαιούτο, προκαλώντας του ισόποση ζημία, την οποία όφειλε να αποκαταστήσει. Εν συνεχεία, όμως, εξέτασε την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου ένσταση συμψηφισμού ζημίας και κέρδους και, αφού έλαβε υπ’ όψιν ότι κατά το ανωτέρω κρίσιμο χρονικό διάστημα ο αναιρεσείων αποκόμισε 175.029,31 ευρώ από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος του ιατρού, το οποίον ως ιατρός αποκλειστικής απασχολήσεως του Ε.Σ.Υ. δεν θα μπορούσε να ασκήσει νομίμως, και ότι το ποσό αυτό ήταν μεγαλύτερο από τις αποδοχές που θα έπρεπε, κατά τ’ ανωτέρω, να λάβει από το νοσοκομείο, έκρινε ότι ο αιτών δεν είχε υποστεί ζημία και ότι, ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημά του ήταν ουσία αβάσιμο. Απέρριψε, επίσης, κατόπιν αυτών και το αίτημά του να του επιδικασθεί αποζημίωση, λόγω ηθικής βλάβης. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη. Ειδικότερα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, αφού έλαβε, όπως και το πρωτοδικείο, υπ’ όψιν ότι ο αναιρεσείων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αποκόμισε από το ελευθέριο επάγγελμα του ιατρού μεγαλύτερο εισόδημα εκείνου που θα ελάμβανε, εργαζόμενος στο Ε.Σ.Υ., αποβλέποντας, όπως και το πρωτοδικείο, στις καθαρές (μετά τις νόμιμες κρατήσεις) και όχι στις ακαθάριστες, όπως ισχυριζόταν εκείνος, αποδοχές της οικείας θέσεως, έκρινε ότι το μεγαλύτερο αυτό εισόδημα, δίχως «έκτακτη προσπάθεια» του αιτούντος, είχε αποκτηθεί «εξ αιτίας του ζημιογόνου γεγονότος της μη παροχής των υπηρεσιών του στο νοσοκομείο», όπου, αν υπηρετούσε, υπό καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, δεν θα μπορούσε να ασκήσει ελευθέριο επάγγελμα· και ότι, ως εκ τούτου, νομίμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε τον ανωτέρω συνυπολογισμό ζημίας και κέρδους· απέρριψε δε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως. Όσον αφορά στο αίτημα ανορθώσεως της ηθικής βλάβης, το δικαστήριο το έκανε εν μέρει δεκτό, με την αιτιολογία ότι, λόγω των επιβληθεισών στον αιτούντα πειθαρχικών ποινών, στις οποίες, όπως και στις οικείες διαδικασίες, ρητώς γίνεται αναφορά στο οικείο σημείο της αναιρεσιβαλλομένης, μειώθηκε η προσωπικότητά του, και ότι μετά την αποπομπή του από την υπηρεσία «ενεπλάκη σε μακροχρονίους και ψυχοφθόρους δικαστικούς αγώνες, με συνέπεια να υποστεί μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία»· του επεδίκασε όμως ποσό 2.000 ευρώ, αντί των 50.000 που είχε ζητήσει.
- Επειδή, η παρούσα αίτηση, κατατεθείσα το 2016, διέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, το δε ποσό της επίδικης διαφοράς, όπως προκύπτει, κατά τα προεκτεθέντα, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι ανώτερο του επιβαλλομένου από τις διατάξεις αυτές ελάχιστου ορίου των 40.000 ευρώ για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως ότι εσφαλμένως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ορθώς συμψηφίστηκε η επελθούσα στον αναιρεσείοντα ζημία με τα εισοδήματα που αυτός απέκτησε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος του ιατρού, καθ’ όσον η ωφέλεια αυτή δεν έχει ως αιτία το ένδικο ζημιογόνο γεγονός της μη υπηρετήσεώς του στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, αλλά πηγάζει από την ελευθερία δράσεως του αιτούντος και, ως εκ τούτου, συνιστά αυτοτελή λόγο κτήσεως και διατηρήσεως του κέρδους από αυτήν. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού προβάλλεται ότι «δεν υφίσταται ad hoc νομολογία του [Συμβουλίου της Επικρατείας]», ως προς το επιτρεπτό ή μη του συμψηφισμού εισοδήματος ιατρού εκ της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος, όταν ο εν λόγω ιατρός ήταν διορισμένος στο Ε.Σ.Υ. σε ειδικότητα αποκλειστικώς νοσοκομειακή και παρανόμως απομακρύνθηκε από τη θέση του· και ότι, άλλωστε, το ότι ωφέλεια, όπως του αιτούντος από την ελεύθερη δράση του βρίσκεται εκτός του δικαίου της αποζημιώσεως και ο σχετικός συμψηφισμός αντίκειται στην καλή πίστη, «κρίνεται παγίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 3606/2012, 1287/2013)».
- Επειδή, με τις ΣτΕ 1287/2013, 4441/2013 και 744/2016 κρίθηκε ότι επί παράνομης μη υπηρεσίας σε δημοσία θέση και της συνακόλουθης ζημίας από τη μη απόληψη των σχετικών αποδοχών, τα ωφελήματα που αποκομίζει ο ζημιωθείς από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή από την παροχή μισθωτών υπηρεσιών ή την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας δεν προκύπτουν από το ζημιογόνο γεγονός αλλ’ από την αυτόνομη δραστηριότητα του ζημιωθέντος για βιοπορισμό· και ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο συμψηφισμός του προκύψαντος οφέλους με τη ζημία θα αντέκειτο στην καλή πίστη, καθώς η Διοίκηση θα επωφελείτο από την επιμέλεια του εξ αιτίας της ζημιωθέντος (βλ. μάλιστα τις ΣτΕ 4441/2013 και 744/2016, όπου επρόκειτο για ιατρό σε δημόσια θέση, ασκήσαντα το αντίστοιχο ελευθέριο επάγγελμα). Εξ άλλου, με την υπ’ αριθμ. 296/2015 απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε (κατά πλειοψηφία) ότι η άσκηση από τον ζημιωθέντα του ελευθερίου επαγγέλματος του ιατρού, «ήτοι του αυτού επαγγέλματος το οποίο κατά κοινή πείρα θα ασκούσε και εάν νομίμως δεν είχε διορισθεί στην επίμαχη θέση [θέση ιατρού του Ε.Σ.Υ.] δεν υπερβαίνει την κατ’ άρθρο 300 του Α.Κ. υποχρέωσή του για περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας και, επομένως, οι απολαβές του από την εν λόγω εργασία πρέπει να συνυπολογισθούν […] και να αφαιρεθούν από την τελικώς οφειλόμενη σε αυτόν αποζημίωση» (πρβλ. και ΣτΕ 1077/2014, καθώς και τις ΣτΕ 3606/2012 και 1618/2015, κατά τις οποίες η ωφέλεια από την εκτός υπηρεσίας εργασία δεν κρίθηκε μεν συμψηφιστέα, λόγω όμως των συγκεκριμένων περιστάσεων και της «έντασης των προσπαθειών» του ζημιωθέντος για να τις αντιμετωπίσει). Ακόμη, με την ΣτΕ 2150/2017 (που ακολούθησε την «ad hoc» 1481/2008) κρίθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς η παράνομη μη εκλογή προσώπου ως βουλευτή και η ωφέλεια από την κατόπιν αυτού εκλογή του ως νομάρχη, με συνέπεια τον αντίστοιχο συμψηφισμό ζημίας και ωφέλειας. Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το επίδικο ήδη ως άνω νομικό ζήτημα, και κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της κρινόμενης αίτησης, εμφανίζεται κυμαινομένη (πρβλ. και ΣτΕ 2871/2020), έτσι ώστε να καθίσταται βάσιμος ο ανωτέρω κατά τον ν. 3900/2010 ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και παραδεκτός, αντιστοίχως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Δεδομένου δε ότι η κρινομένη αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, ο λόγος αυτός είναι περαιτέρω εξεταστέος ως προς τη βασιμότητά του.
- Επειδή, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …» (Ομοίως, κατ’ άρθρο 106 ΕισΝΑΚ, και προκειμένου περί οργάνων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω παράνομης ενέργειας ή παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως του δημοσίου οργάνου και της επελθούσης ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικώς, κατά τη συνήθη πορεία και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει ζημία (ΣτΕ 322/2009 7μ., 809/2012, 1185/2013, 1955/2021). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 298 Α.Κ., η αποζημίωση την οποία οφείλει το Δημόσιο ή άλλο ν.π.δ.δ. περιλαμβάνει την διαφορά μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς, εάν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Οσάκις δε εκ του ζημιογόνου γεγονότος προκύπτει και ωφέλεια, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Τούτο όμως, εφ’ όσον μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ωφέλειας υφίσταται πράγματι αιτιώδης σύνδεσμος και όχι όταν ζημία και ωφέλεια στηρίζονται σε διαφορετική η καθεμία αιτία (ΣτΕ 2803/2000 7μ., 866/2011 7μ., 3606/2012, 3732/2012, 1287/2013, 296/2015, 1618/2015, 744/2016, 2150/2017, 1578/2018, Α.Π. 642/1982, 523/1995, 762/2007, 74/2014).
- Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, σε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. παραμείνει για ορισμένο διάστημα παρανόμως εκτός υπηρεσίας (όπως επί παράνομης απολύσεως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το διάστημα αυτό, δικαιούται ως αποζημίωση, τα ποσά των εν λόγω αποδοχών (πρβλ. ΣτΕ 3043/2013, 3854/2011 κ.ά.). Εξ άλλου, στην περίπτωση κατά την οποία ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός Υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξαρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σ’ αυτόν αναδρομικές ως άνω αποδοχές. Κι αυτό, γιατί ο κατόπιν της απομακρύνσεώς του απ’ την Υπηρεσία αναγκαίος επαγγελματικός αναπροσανατολισμός του υπαλλήλου και η άσκηση από αυτόν άλλης, πάντως, έναντι της υπηρεσίας του, βιοποριστικής δραστηριότητας, διακόπτει, ως εκ της φύσεως της ανθρώπινης εργασίας, τον κατά νόμον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παράνομης απομάκρυνσης, και καθιστά τις σχετικές ωφέλειες απότοκες, όχι του γεγονότος εκείνου, αλλά της αυτόνομης αναλήψεως βιοποριστικής δράσεως. Για τους λόγους δε, άλλωστε αυτούς, προκειμένου περί απομακρύνσεως από θέση ιατρού του Ε.Σ.Υ., είναι αδιάφορο από της ανωτέρω απόψεως, αν ο ιατρός επιδόθηκε σε βιοποριστική δραστηριότητα άσχετη ή άσκησε την ιατρική ως ελευθέριο επάγγελμα. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με την κρατήσασα γνώμη, η κρίση του Διοικητικού Εφετείου περί συμψηφισμού εν προκειμένω των αποδοχών του αναιρεσείοντος από τη θέση του στο Ε.Σ.Υ. με τις απολαβές του από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος του ιατρού δεν είναι νόμιμη, για τον λόγο δε αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι κατά τούτο, αναιρετέα. Αν και κατά την γνώμη του Παρέδρου Δ. Τομαρά, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, σε περίπτωση ωφελείας του παρανόμως απομακρυνθέντος δημοσίου υπαλλήλου εκ του ζημιογόνου γεγονότος, επιβάλλεται, δια τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του προκύψαντος οφέλους, πλην αν ένας τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (ΣτΕ 2150/2017, 296/2015, 1077/2014) και, ως εκ τούτου, ως συνυπολογιστέα ωφέλεια πρέπει να θεωρηθεί κάθε εισόδημα, το οποίον απέκτησε ο ζημιωθείς από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος (ΣτΕ 296/2015, πρβλ. Conseil d’ Etat απόφαση της 20ής.03.2017, no 393761, απόφαση της 6ης.12.2013, no 365155, απόφαση της 23ης.1.1985, no 45494).
- Επειδή, εξ άλλου, προβάλλεται ότι παρά τον νόμον το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έλαβε υπ’ όψιν του για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως τις καθαρές αποδοχές του Διευθυντή του Ε.Σ.Υ. της κρίσιμης περιόδου, ενώ θα έπρεπε να λάβει υπ’ όψιν του τις ακαθάριστες μεικτές αποδοχές της ιδίας περιόδου, προσαυξημένες με όλα τα επιδόματα και τις εφημερίες. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού, προβάλλεται ότι, ως προς το ζήτημα τούτο η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έρχεται σε αντίθεση προς «πάγια νομολογία του ΣτΕ (1481/2014, 3713/2010, 3606/2009, 920/2009)», κατά την οποία στον υπολογισμό της αποζημιώσεως περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως επιδόματα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 5, είναι αβάσιμος -και ο λόγος αναιρέσεως απαράδεκτος- διότι η ως άνω νομολογία στην οποίαν αναφέρεται δεν περιέχει κρίση για το αυτό, όπως το εν προκειμένω επίδικο ως άνω ζήτημα, εάν για την αποζημίωση λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ακαθάριστες ή οι καθαρές αποδοχές. Εν συνεχεία, “σημειώνεται” «ότι δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ειδικά επί της συμπερίληψης της αποζημίωσης εφημεριών, μετά τον χαρακτηρισμό τους με το άρθρο 7 παρ. 4 του Ν. 2606/1998 και άρθρο 45 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 ως παγίου μηνιαίου ποσού, στην αποζημίωση που δικαιούται να διεκδικήσει παρανόμως απομακρυνθείς από τη θέση του ιατρός Διευθυντής του Ε.Σ.Υ. εξαιτίας παράνομης πράξης οργάνων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., και που αντιστοιχεί στις αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα». Η “σημείωση” όμως αυτή, μη αναφερόμενη σε κρίση της αναιρεσιβαλλομένης σχετικά με τα πιο πάνω νομοθετήματα (ούτε και περιλαμβανόμενη στη συνοπτική έκθεση ζητημάτων του αναιρετηρίου) δεν αναδεικνύει κρίσιμο κατ’ αναίρεση νομικό ζήτημα και δεν συνιστά (προσηκόντως) προβαλλόμενο ισχυρισμό του ν. 3900/2010, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 3.
- Επειδή, στο άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα προβλέπεται ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. […]». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, να επιδικάσει εύλογο ποσό κατά την κρίση του ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Η λήψη υπ’ όψιν από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, πραγματικών περιστατικών που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, ελέγχεται κατ’ αναίρεση. Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επήλθε ηθική βλάβη καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατ’ εξαίρεση, όμως, ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ., μόνο αν κριθεί ότι το δικαστήριο αυτό υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από την εν λόγω διάταξη εξουσίας του (ΣτΕ 4133/2011 7μ., 1219, 2273, 4100, 4714, 4989, 5001/2012, 1184, 1398, 1405, 1782/2013, 1481, 3329, 3793/2014, 1578/2018).
- Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, το Διοικητικό Εφετείο, συνεκτιμώντας, όπως συνάγεται από την αναιρεσιβαλλομένη, συνολικά τα στοιχεία του πραγματικού της υποθέσεως, δέχθηκε, με την παρατεθείσα ανωτέρω ειδική αιτιολογία (βλ. ανωτ. σκέψη 6), ότι ο αιτών, από τις επιβληθείσες πειθαρχικές ποινές και τους εντεύθεν δικαστικούς αγώνες υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας έκρινε εύλογο το ποσόν των 2.000 ευρώ. Η κρίση αυτή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, από πλευράς λήψεως υπ’ όψιν των νομίμων στοιχείων παρίσταται νομίμως και επαρκώς, κατ’ αρχήν, αιτιολογημένη, η δε επιδίκαση στον αιτούντα του πιο πάνω ποσού, δεν συνιστά, πάντως, υπέρβαση των άκρων ορίων της ανέλεγκτης κατ’ αρχήν αναιρετικώς σχετικής εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ανεξαρτήτως αν προβάλλονται παραδεκτώς από πλευράς ν. 3900/2010, είναι, πάντως, απορριπτέα ως αβάσιμα.
- Επειδή, για τον προαναφερόμενο στην σκέψη 10 λόγο η προσβαλλομένη απόφαση είναι, κατά το αντίστοιχο μέρος, αναιρετέα, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, για νέα νόμιμη κρίση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται εν μέρει την αίτηση και αναιρεί, αντιστοίχως, την υπ’ αριθμ. 1347/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον και παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου.
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1380) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου και 28 Σεπτεμβρίου 2023
Ο Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος Η Γραμματέας του Στ´ Τμήματος
Ιωάννης Β. Γράβαρης Σταυρούλα Χάρου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2026.
Η Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος Η Γραμματέας
Μαρίνα Παπαδοπούλου Ευδοκία Κιλισμανή