ΣτΕ 1693/2020

Πολλαπλά τέλη και ποινική αθωωτική απόφαση, ne bis in idem

Αριθμός 1693/2020

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2019, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Σ. Βιτάλη, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Ν. Σεκέρογλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 12 Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση:

των: […] οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: 1) Χαράλαμπο Χρυσανθάκη (Α.Μ. 11855) και 2) Γρηγόριο Βλάχο (Α.Μ. 20505), που τους διόρισαν με πληρεξούσια,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 479/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την εκπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1413819, 1413818 και 3717368/14.9.2016 ειδικά έντυπα παραβόλου σειράς Α), και η οποία συμπληρώθηκε με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η αναίρεση της 479/2016 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση, εξαφανίσθηκε, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, η 540/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσθηκε δε και απορρίφθηκε προσφυγή των αναιρεσειόντων κατά της […] πράξεως του Διευθυντή του Τελωνείου Χαλκίδας, κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο είχαν επιβληθεί, κατ’ επιμερισμόν, εις βάρος ενός εκάστου αυτών, ως συνυπαιτίων διαπράξεως λαθρεμπορικής παράβασης, πολλαπλά τέλη ποσού 154.549,16 ευρώ, και είχαν κηρυχθεί αλληλεγγύως υπόχρεοι για την πληρωμή του συνολικώς καταλογισθέντος πολλαπλού τέλους ποσού 5.484.971,94 ευρώ.

2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3 και 4 του ΠΔ 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), και, περαιτέρω, η παρ. 3 με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), προκειμένου να ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με χρηματικό αντικείμενο άνω των 40.000 ευρώ, απαιτείται με το εισαγωγικό δικόγραφο να προβάλλεται, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, και ότι ως προς το ζήτημα αυτό είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας ή υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 1623/2016 7μ., 2598/2015 7μ., 3964/2014 7μ.). Ως τέτοια νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί αναλόγου ή παρομοίου (βλ. ΣτΕ 4163/2012 7μ., 3135/2014 κ.ά.). Εξάλλου, η αντίθεση σε υπάρχουσα νομολογία πρέπει να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της εκάστοτε κρινόμενης υποθέσεως, αλλά να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΣτΕ 1779/20171575-74183/20151015-62942-54/2014 κ.ά.).

3. Επειδή, περαιτέρω, ως αντίθεση σε νομολογία ανωτάτου δικαστηρίου νοείται και η αντίθεση σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), η οποία αναφέρεται σε ζήτημα ερμηνείας διατάξεως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ή προσαρτημένου σε αυτήν Πρωτοκόλλου. Τέτοια αντίθεση μπορεί να προκύψει, ιδίως, σε περίπτωση απόφασης του ΕΔΔΑ, με την οποία γίνεται δεκτή προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, βάσει σκεπτικού από το οποίο προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ορισμένη ερμηνευτική κρίση του ΕΔΔΑ όσον αφορά διάταξη της ΕΣΔΑ (ΣτΕ 2987/2017 επτ., 167-9/2017 επτ.).

4. Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 89 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 73), που προστέθηκε με το άρθρο 3 του α.ν. 1514/1950 (ΦΕΚ Α΄ 240), ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (ΦΕΚ Α΄ 295), «Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται (…) η καθ’ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ιδίου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (ΦΕΚ Α΄ 495), ορίζεται ότι: «Λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ΄ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον». H κατά το άρθρο 100 λαθρεμπορία (όπως και η απόπειρα λαθρεμπορίας) τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στα άρθρα 102 επόμ. του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (ΦΕΚ Α΄ 337), ορίζεται ότι «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών επιβάλλεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ. του παρόντος ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους. (…)». Τέλος, στην παρ. 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α. ν. 1514/1950, ορίζεται ότι «Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν», στο δε άρθρο 5 παρ. 2 εδάφ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ήτοι, πριν από την αντικατάσταση της εν λόγω παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ. με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, ΦΕΚ Α΄ 240), ορίζεται ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη». Από τον συνδυασμό των προμνησθεισών διατάξεων των παραγράφων 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα προς την παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου 97 αυτού, (προστεθείσα με το άρθρ. 4 του ν. 1514/1950), καθώς και προς την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προκύπτει ότι η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν ετελέσθη η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ. σκ. 4, 990/2004 Ολομ., 1522/2010 επταμ., 2067/2011 επταμ., 1741/2015 Ολομ. κ.ά.).

5. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του (κυρωθέντος με το ν. 1705/1987, Α΄ 89) 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Π.Π.) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), η οποία αποτελεί εκδήλωση των αρχών του κράτους δικαίου και του δεδικασμένου, καθώς και των συναφών, επίσης θεμελιωδών, αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας της έννομης κατάστασης των προσώπων, απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση (είτε καταδικαστική είτε αθωωτική, υπό τον όρο ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή την τέλεση ή μη της παραβάσεως) και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 2987/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ. κ.ά.).

Συνακόλουθα, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 2987/2017 επταμ., 167-169/2017 επταμ. κ.ά.), ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009 (13079/03), Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος της 30.4.2015 (3453/12, 42941/12 και 9028/13), Σισμανίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 (66602/09) και Α και Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016 (24130/11 29758/11), το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κυρώσεως για φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία.

6. Επειδή, η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπιστώσεως των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στο νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοικήσεως, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Εξάλλου, το άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος ουδόλως αποκλείει την επιβολή από τη Διοίκηση (υπό τον προαναφερόμενο έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων) χρηματικών κυρώσεων (που δεν έχουν το χαρακτήρα στερητικών της ελευθερίας ποινών), για παραβάσεις της φορολογικής ή τελωνειακής νομοθεσίας, ακόμα κι αν τέτοιες διοικητικές κυρώσεις έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την έννοια της ΕΣΔΑ. Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία, αφενός, του ΕΔΔΑ και, αφετέρου, του ΔΕΕ, (ΕΔΔΑ, Grande Stevens κ.α. κατά Ιταλίας της 4.3.2014 (18640/10) σκ. 138-139, και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκέψεις 34-35) η ΕΣΔΑ και το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, αντίστοιχα, ουδόλως απαγορεύουν την επιβολή από διοικητικές αρχές των Κρατών Μελών χρηματικών κυρώσεων για φορολογικές ή τελωνειακές παραβάσεις. Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τελέσεως, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στο δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στο νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού του διαφυγόντος φόρου ή δασμού, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσεως της ουσίας της υποθέσεως από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική (του φόρου ή/και συναφούς προστίμου) πράξη της Διοικήσεως (ΣτΕ 680/2017 επταμ.). Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις ναι μεν έχουν την παραπάνω έννοια, καθώς και την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να εξαρτήσει την άσκηση των ως άνω εξουσιών της Διοίκησης ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων για επίλυση των σχετικών διαφορών από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογούμενου για το αντίστοιχα προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείουν τη θέσπιση και την εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ) από τις οποίες να προκύπτει επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη (ΣτΕ 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Πάντως, τέτοιες διατάξεις, στο μέτρο που προβλέπουν δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από τις κρίσεις του ποινικού δικαστή, όσον αφορά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία περί φοροδιαφυγής/ λαθρεμπορίας προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, την έκδοση σχετικής διοικητικής καταλογιστικής πράξεως, εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί (εν όλω ή εν μέρει) μόνον μέσω της ακυρώσεως ή της τροποποιήσεώς της από τον διοικητικό δικαστή, που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο “φυσικός” δικαστής του ελέγχου του νόμω και ουσία βασίμου της (ΣτΕ Ολομ. 359/2020 σκ. 6).

7. Επειδή, σε σχέση με την πρώτη των προαναφερόμενων (βλ. ανωτέρω σκέψη 5) προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (αναγόμενη στο “bis”), η ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, με την από 15.11.2016 απόφασή της στην υπόθεση Α και Β κατά Νορβηγίας, (α) έκρινε ότι η εν λόγω διάταξη της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει τη διπλή, ποινική και διοικητική (κατά το εθνικό δίκαιο), διαδικασία επιβολής κυρώσεων για φορολογικές παραβάσεις, εάν οι δύο διαδικασίες συνδέονται αρκούντως στενά μεταξύ τους, τόσο κατ’ ουσίαν όσο και κατά χρόνον, ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο, καθόσον εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και αντιμετωπίζουν διαφορετικές όψεις/πτυχές της παραβάσεως και, μάλιστα, κατά τρόπο προβλέψιμο και χωρίς να επιβάλλεται δυσανάλογο βάρος στον καθού και (β) θεώρησε ότι τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να εξεταστεί ο κατ’ ουσίαν σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών είναι, ιδίως, (i) εάν οι διαδικασίες επιδιώκουν συμπληρωματικούς σκοπούς και, επομένως, αφορούν όχι μόνο in abstracto αλλά και in concreto διαφορετικές όψεις/πτυχές της σχετικής παραβατικής συμπεριφοράς, (ii) εάν η διπλή διαδικασία είναι προβλέψιμη συνέπεια, κατά το νόμο και στην πράξη, της ίδιας επίμαχης συμπεριφοράς, (iii) εάν οι διαδικασίες διεξάγονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατό, η επανάληψη τόσο της συλλογής όσο και της εκτιμήσεως των αποδείξεων, ιδίως μέσω επαρκούς διάδρασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών, προκειμένου η κρίση περί του πραγματικού στη μία διαδικασία να χρησιμοποιηθεί και στην άλλη, και (iv) εάν η κύρωση που επιβάλλεται στη διαδικασία που περατώνεται αμετάκλητα λαμβάνεται υπόψη στη διαδικασία που τελειώνει δεύτερη, ώστε να αποτρέπεται η επιβολή στον καθ’ ου υπέρμετρου βάρους, πράγμα το οποίο είναι λιγότερο πιθανό στην περίπτωση που υπάρχει μηχανισμός με σκοπό τη διασφάλιση της αναλογικότητας των συνολικά καταλογιζόμενων ποινών. Συναφώς, το ΕΔΔΑ αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις που είχαν κριθεί με τις αποφάσεις του Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας και Σισμανίδης κατά Ελλάδας ως παραδείγματα περιπτώσεων ελλείψεως τέτοιου ουσιαστικού συνδέσμου, σημειώνοντας ότι, στις υποθέσεις αυτές, παρά την αθώωση των προσφευγόντων από τα ποινικά δικαστήρια, τα διοικητικά δικαστήρια τους επέβαλαν βαριά διοικητικά πρόστιμα για την ίδια παραβατική συμπεριφορά. Ειδικότερα, η έλλειψη συνδρομής (αρκούντως) στενού ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της διοικητικής και της ποινικής διαδικασίας και της επιβολής κυρώσεων για παράβαση λαθρεμπορίας όπως οι αποδοθείσες στους αναιρεσείοντες, προκύπτει από το ότι (Α) οι δύο επίμαχες διαδικασίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία (βλ. ανωτέρω σκέψη 4) ως αυτοτελείς μεταξύ τους (με εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., την περίπτωση, που δεν συντρέχει σε υπόθεση όπως η κρινόμενη, της αμετάκλητης καταδίκης για το ποινικό αδίκημα), με περαιτέρω συνέπεια η κύρωση που τυχόν επιβάλλεται στη μία διαδικασία να μην λαμβάνεται, κατά το νόμο, υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής που καταλογίζεται στην άλλη διαδικασία, (Β) οι δύο επίμαχες διαδικασίες/δίκες καταλήγουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, κατόπιν διαφορετικής εκτιμήσεως από τον ποινικό και από τον διοικητικό δικαστή της ουσίας της υποθέσεως (περί της τελέσεως ή μη της παραβάσεως από το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει κινηθεί εκάστη διαδικασία, όπως συνέβη και εν προκειμένω), (Γ) το άρθρο 100 του Τελωνειακού Κώδικα ορίζει με τον ίδιο τρόπο την τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας και το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας, το δε πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας [έστω κι αν θεωρηθεί ότι στοχεύει, σε κάποιο βαθμό, και στην κάλυψη των δαπανών στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των παραβάσεων λαθρεμπορίας (ΣτΕ Ολομ. 1741/2015)] έχει ως βασικό σκοπό, όπως και η αντίστοιχα προβλεπόμενη ποινική κύρωση, τόσο την αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον τέτοιων παραβάσεων (προς εξασφάλιση του δημοσιονομικού συμφέροντος του Κράτους και της τηρήσεως της ισότητας ενώπιον των φορολογικών βαρών, δια της πληρωμής/εισπράξεως των οικείων δασμών και φόρων) όσο και τον κολασμό του παραβάτη, ο οποίος μπορεί να είναι μόνο φυσικό (όχι και νομικό) πρόσωπο, δεδομένου ότι, για την επιβολή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται να του καταλογισθεί άμεσος δόλος σε σχέση με τη μη καταβολή των οφειλόμενων φόρων, τα ανωτέρω δε στοιχεία επιρρωνύουν τη θέση ότι οι δύο επίμαχες διαδικασίες επιβολής κυρώσεων επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς σκοπούς και δεν αφορούν διαφορετικές όψεις της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς που αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και δίκης (πρβλ. ΣτΕ 680/2017 επταμ., σκ. 17). Επιπλέον, σε υπόθεση όπως η κρινόμενη δεν στοιχειοθετείται ούτε αρκούντως στενός χρονικός σύνδεσμος μεταξύ των δύο επίμαχων διαδικασιών επιβολής κυρώσεων, δεδομένου ότι η ποινική δίκη έχει περατωθεί αμετακλήτως από το 2003 (βλ. κατωτέρω σκέψη 11) και η διοικητική δίκη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, με την έκδοση αποφάσεως επί της σχετικής αιτήσεως αναιρέσεως (πρβλ. ιδίως, ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος, σκ. 134 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, Σισμανίδης κατά Ελλάδος, σκ. 43). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συντρέχει, εν προκειμένω, η ως άνω πρώτη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (ΣτΕ Ολομ. 359/2020 σκ. 7).

8. Επειδή, όσον αφορά τη δεύτερη των παραπάνω προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, έχει κριθεί, τόσο από το ΕΔΔΑ όσο και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας σημαντικού ύψους (ανερχόμενου σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ), όπως τα επίδικα (βλ. αναλυτικά ΣτΕ 1992/2016 επταμ. σκ. 21 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία του ΕΔΔΑ και του παρόντος Δικαστηρίου). Και τούτο, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη (i) του ύψους των (επαπειλούμενων και επιβαλλόμενων) πολλαπλών τελών, τα οποία ανέρχονται σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό (τουλάχιστον 200%) των διαφυγόντων δασμών και φόρων, (ii) του χαρακτήρα τους ως διοικητικών κυρώσεων, για παραβάσεις της τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας, με βασικό σκοπό τόσο την αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον παρόμοιων παραβάσεων φοροδιαφυγής όσο και τον κολασμό του παραβάτη, (iii) του ότι η τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας προβλέπεται από το νόμο ως διοικητικό αδίκημα, για τον καταλογισμό του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος του παραβάτη – φυσικού προσώπου, σε σχέση με τη μη καταβολή των οφειλόμενων δασμών και φόρων, οι οποίοι καταλογίζονται χωριστά και δεν περιλαμβάνονται στο επιβαλλόμενο πολλαπλό τέλος (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ. σκ. 21, με παραπομπές στη νομολογία του ΕΔΔΑ, του ΔΕΕ και του Συμβουλίου της Επικρατείας). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συντρέχει, εν προκειμένω, η ως άνω (βλ. σκέψη 5) δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (ΣτΕ Ολομ. 359/2020 σκ. 8).

9. Επειδή, αναφορικά με την τρίτη και την τέταρτη των προεκτεθεισών (ανωτέρω σκέψη 5) προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, παρατηρείται ότι (α) οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν με την προσφυγή τους ότι είχαν αθωωθεί αμετακλήτως από την αντίστοιχη ποινική κατηγορία της λαθρεμπορίας, για την ίδια υπόθεση, με την […] απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, (β) στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι για την αποδοθείσα σε αυτούς παράβαση με την […] απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, καθώς και ότι, σύμφωνα με την […] βεβαίωση του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, δεν ασκήθηκε αναίρεση κατά της προαναφερόμενης αθωωτικής απόφασης. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει, εν προκειμένω, η συνδρομή και των δύο τελευταίων προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 359/2020 σκ. 9). 

10. Επειδή, η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ), η οποία έχει πλέον ενσωματωθεί στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (2000/C 364/01 – στο εξής, Χάρτης) και βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη της Ένωσης δεσμεύονται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου κατά τη θέσπιση και επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις της ενωσιακής τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας (ΣτΕ Ολομ. 1741/2015). Η ανωτέρω αρχή του ενωσιακού δικαίου και το άρθρο 50 του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι (α) κατά τους ανωτέρω κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, ο “ποινικός” χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων εκτιμάται βάσει κριτηρίων παρόμοιων με τα κριτήρια Engel που έχει υιοθετήσει το ΕΔΔΑ και, κατ’ ακολουθίαν, έχουν “ποινική” φύση διοικητικά πρόστιμα σημαντικού ύψους, όπως το ένδικο πολλαπλό τέλος, που επιβάλλονται για την αποτροπή και την καταστολή παραβάσεων της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας και (β) κατά την ως άνω γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου και τα άρθρα 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη, η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή τέτοιου (“ποινικής” φύσης) διοικητικού προστίμου βαίνει, κατ’ αρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολεμήσεως της δασμοφοροδιαφυγής και της εισπράξεως των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση, είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε ποινή δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό. Ειδικότερα, σε υπόθεση τελωνειακής παραβάσεως λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, δεν δικαιολογείται η εξακολούθηση της διοικητικής δίκης περί της επιβολής πολλαπλού τέλους, μετά την έκδοση τέτοιας αμετάκλητης αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, ενόψει και του ότι (i) οι δύο επίμαχες “ποινικές” διαδικασίες επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς (και όχι πρόσθετους) σκοπούς και δεν αφορούν διαφορετικές όψεις της ίδιας παράνομης συμπεριφοράς και (ii) το οικείο νομοθετικό πλαίσιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 4) δεν περιέχει κανόνες (εκτός της δεσμεύσεως του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, όσον αφορά την ενοχή του δράστη), οι οποίοι να διασφαλίζουν συντονισμό των δύο διαδικασιών, προκειμένου να μειωθεί στο απολύτως αναγκαίο η πρόσθετη επιβάρυνση που συνεπάγεται για τους καθ’ ών η σώρευση “ποινικών” διώξεων και κυρώσεων (ΣτΕ Ολομ. 359/2020 σκ. 10).

11. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Στις 29.9.2001, συνελήφθησαν στην περιοχή […], 4 πρόσωπα, τα οποία μετέφεραν 107.300 κούτες τσιγάρα, διαφόρων εταιρειών, των δέκα πακέτων έκαστη, χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες στα τσιγάρα αυτά δασμοί και φόροι, συνολικού ποσού 623.001.397 δραχμών ή 1.828.323,98 ευρώ, με σκοπό τη λαθραία διάθεση αυτών στην ελληνική αγορά. Τα ως άνω πρόσωπα μετέβησαν στην περιοχή […], όπου τα λαθραία τσιγάρα φορτώθηκαν από άγνωστο πλοίο σε φορτηγά με την βοήθεια άλλων ατόμων, για την εν συνέχεια δε χερσαία μεταφορά τους χρησιμοποιήθηκαν τέσσερα φορτηγά αυτοκίνητα, οι οδηγοί των οποίων συνελήφθησαν μετά από ενέδρα της αστυνομίας. Από τα αστυνομικά όργανα εντοπίσθηκαν στο χώρο του λιμανιού και συνελήφθησαν ως συνεργοί δύο ακόμα άτομα, επιβαίνοντα σε δύο επιβατικά I.X. αυτοκίνητα, ο ένας εκ των οποίων ήταν ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ο οποίος οδηγούσε Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο με προσωρινές πινακίδες κυκλοφορίας στο όνομα άγνωστου ατόμου, σύμφωνα δε με τις από 29.9.2001 εκθέσεις ένορκης εξέτασης τους στο Τ.Α. […], παραδέχτηκαν ότι συμμετείχαν στην λαθρεμπορία , ως προπομποί των φορτηγών, για να κατευθύνουν αυτά κατάλληλα, ώστε να αποφύγουν τυχόν ελέγχους της αστυνομίας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, κατά τον απόπλου του […], στις 17.30 από το λιμάνι των […], μετά τη διενέργεια ελέγχου στους αναχωρούντες επιβάτες, βρέθηκαν επιβαίνοντες στο ίδιο όχημα, και συνελήφθησαν, ως συνεργοί στην επίμαχη λαθρεμπορία, ο πρώτος των αναιρεσειόντων, αδελφός του ήδη συλληφθέντος δεύτερου αναιρεσείοντος, και έτερο πρόσωπο, οι οποίοι κατά τη σύλληψη τους δεν έδωσαν καμία εξήγηση για την παρουσία τους στα […]. Οι ως άνω οκτώ συλληφθέντες, παραπέμφθηκαν σε δίκη, οι μεν οδηγοί των φορτηγών με την κατηγορία της λαθρεμπορίας, τα λοιπά δε πρόσωπα με την κατηγορία της απλής συνέργειας σε λαθρεμπορία. Με την 1917/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, οι οδηγοί των φορτηγών κηρύχθηκαν ένοχοι για το ότι την 22-9-2001 κατείχαν εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ενώ με την ίδια απόφαση, οι λοιποί συλληφθέντες, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, κηρύχθηκαν αθώοι, σύμφωνα δε με την […] βεβαίωση του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, δεν ασκήθηκε αναίρεση, ως προς αυτούς. Εν συνεχεία, με την […] πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Τελωνείου […], χαρακτηρίστηκε η ως άνω πράξη ως τελωνειακή παράβαση-λαθρεμπορία και ως συνυπαίτιοι αυτής δεκατρία πρόσωπα, μεταξύ των οποίων οι αναιρεσείοντες, προσδιορίστηκαν οι δασμοί και λοιποί φόροι στο ποσό του 1.828.323,98 ευρώ, και επιβλήθηκε στους ως άνω συνυπαιτίους συνολικό πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των αναλογούντων δασμών και φόρων (ήτοι 1.828.323,98 ευρώ Χ 3= 5.484.971,94 ευρώ), το οποίο επιμερίστηκε κατά υπαίτιο, ανερχόμενο σε 3% για κάθε αναιρεσείοντα, ενώ κηρύχθηκαν όλοι αλληλεγγύως υπόχρεοι για την καταβολή του συνόλου των πολλαπλών τελών. Κατά της πράξης αυτής, οι αναιρεσείοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, προβάλλοντας, αφενός, ότι κατόπιν της εκδόσεως της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης από το ποινικό δικαστήριο για το αδίκημα της συμμετοχής τους στην λαθρεμπορία, μη νομίμως καταλογίστηκαν σε βάρος τους τα ένδικα πολλαπλά τέλη, και, αφετέρου, ότι ουδεμία ανάμειξη είχαν στην ένδικη λαθρεμπορία, καθώς και ότι κατά παράβαση συνταγματικών διατάξεων και θεμελιωδών αρχών επεβλήθη με την ένδικη καταλογιστική πράξη, σωρευτικώς, ένα ποσό, για την πράξη που φέρεται ότι τέλεσαν και το τριπλάσιο του ποσού αυτού, ως πολλαπλό τέλος. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χαλκίδας με την 540/2010 απόφασή του, κατ’ αποδοχήν της προσφυγής, ακύρωσε την καταλογιστική πράξη, καθ’ ο μέρος αφορούσε τους αναιρεσείοντες, με την αιτιολογία ότι, εφόσον αθωώθηκαν αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο, για την ίδια κατηγορία που τους αποδίδεται με την καταλογιστική πράξη, η επιβολή των επίμαχων πολλαπλών τελών εις βάρος τους δεν είναι νόμιμη, διότι παραβιάζει την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του έβδομου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι, ενόψει της αυτοτέλειας των δύο διαδικασιών, όπως αυτή προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα προς την παρ. 8 του ίδιου άρθρου 97 αυτού καθώς και προς την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 2717/1999, το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει για τη διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, υποχρεούται όμως να εκτιμήσει αυτήν κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, η δε υπό την ως άνω έννοια αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών δεν είναι αντίθετη στην παρ.1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Εν συνεχεία, το δικάσαν δικαστήριο εξέτασε την προσφυγή των αναιρεσειόντων και την απέρριψε, αφού συνεκτίμησε την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και έκρινε ορθή και νόμιμη την επιβολή των πολλαπλών τελών εις βάρος τους.

12. Επειδή, οι αναιρεσείοντες με την προσφυγή τους προέβαλαν , μεταξύ άλλων, ότι είχαν αθωωθεί για το αδίκημα της λαθρεμπορίας με την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση του Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Με την κρίση του το δικάσαν δικαστήριο (βλ. προηγούμενη σκέψη) δέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι σε υπόθεση επιβολής πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, ο κανόνας ne bis in idem της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται και, συνεπώς, δεν επηρεάζει την ερμηνεία και την εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (πρβλ. ΣτΕ 167/2017 επτ., σκ. 7-8, 1992/2016 επτ., σκ. 15).

13. Επειδή, οι αναιρεσείοντες, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει χρηματικό αντικείμενο που υπερβαίνει για κάθε αναιρεσείοντα το κατώφλι των 40.000 ευρώ (βλ. σημείωμα προσδιορισμού αντικειμένου διαφοράς του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Τελωνείου […], όπου αναφέρεται ότι το ποσό της διαφοράς ανέρχεται σε 5.484.971,94 ευρώ), προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου, με την οποία κρίθηκε ότι η αμετάκλητη αθώωσή τους δεν το δέσμευε, παραβιάζει την αρχή ne bis in idem. Προς θεμελίωση δε του κατ’ άρθρον 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 παραδεκτού του ως άνω λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι υφίσταται αντίθεση της ως άνω κρίσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ άλλων, με την απόφαση Καπετάνιος κατά Ελλάδος (2015) και Σισμανίδης κατά Ελλάδος (2016) του ΕΔΔΑ. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (βλ. ιδίως σκ. 3, 7-9), ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς, είναι δε και βάσιμος. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Δεδομένου δε, ότι η υπόθεση δεν χρήζει διευκρινίσεως κατά το οικείο πραγματικό της, το Δικαστήριο την διακρατεί, δικάζει και, για τον ίδιο ως άνω λόγο, απορρίπτει την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την 479/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Κρατεί την υπόθεση, δικάζει την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και απορρίπτει αυτήν.

Εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων για την δίκη επί της εφέσεως.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020

Η Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος                   Η Γραμματέας

Ε. Σάρπ                                                          Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2020.

Η Πρόεδρος                                  Η Γραμματέας του Β’ Τμήματος Συμβουλίου της Επικρατείας

Ε. Σάρπ                                                          Α. Ζυγουρίτσα

ThanasisΣτΕ 1693/2020