ΣτΕ 2346-2018

Ne bis in idem. Τελωνειακές παραβάσεις. Λαθρεμπορία. Δικαίωμα περιουσίας και οικονομική ελευθερία. Αστική συνευθύνη εταιρείας για την πληρωμή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας.

ΣτΕ 2346/2018
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β’
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 24 Οκτωβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Αγ. Σδράκα, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Α. Φοβάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 7 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση: των: 1) …, κατοίκου … (οδός …), 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο … (…), οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο (Α.Μ. 2809 Δ.Σ. Θεσ/νίκης) και β) Γεώργιο Φωτόπουλο (Α.Μ. 21715), που τους διόρισαν με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1160/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την εκπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την αίτηση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 2989170, 2497623, 1394538-39/2015 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α’), ζητείται η αναίρεση της 1160/2015 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε (α) προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος … κατά του σκέλους της …/31.3.2008 καταλογιστικής πράξης του Προϊσταμένου του Τελωνείου Νίκης, με την οποία, αφενός, καταλογίσθηκαν σε βάρος του, ως νόμιμου εκπρόσωπου – διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας εταιρείας “…” και ως συνυπαίτιου διάπραξης πέντε τελωνειακών λαθρεμπορικών παραβάσεων, μετά από επιμερισμό, πολλαπλά τέλη, συνολικού ύψους 4.213.186,62 ευρώ, καθώς και τέλη χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., συνολικού ύψους 101.116,49 ευρώ και, αφετέρου, αυτός κηρύχθηκε αλληλεγγύως συνυπεύθυνος στην καταβολή των συνολικώς επιβληθέντων με την ανωτέρω πράξη πολλαπλών τελών, ύψους 14.043.955,29 ευρώ, καθώς και τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., ύψους 337.054,92 ευρώ και (β) προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας … κατά του μέρους της προαναφερόμενης καταλογιστικής πράξης με το οποίο αυτή κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή των πιο πάνω συνολικώς καταλογισθέντων στον … πολλαπλών τελών και λοιπών επιβαρύνσεων.
2. Επειδή, η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), ορίζει ότι «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου» (η ως άνω διάταξη επαναλήφθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016, Α’ 240/22.12.2016). Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ […]». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων αμφοτέρων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 1873/2012 επταμ., 2934/2017 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, κατά την έννοια της πρώτης των ανωτέρω παραγράφων, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. 1365/2017 επταμ., 2934/2017 επταμ. κ.ά.).
Ειδικότερα, νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου», κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, αποτελεί και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), λαμβανομένου υπόψη, αφενός, ότι, όσον αφορά την ερμηνεία της ΕΣΔΑ στην ημεδαπή έννομη τάξη, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν σημασία και βαρύτητα ανάλογη με εκείνη της νομολογίας των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων και, αφετέρου, ότι η προβαλλόμενη αντίθεση μεταξύ της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της νομολογίας του ΕΔΔΑ δημιουργεί, κατά τεκμήριο, σοβαρό νομικό ζήτημα, αναγόμενο στο σεβασμό των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε να δικαιολογείται, ενόψει και του σκοπού της προαναφερόμενης διάταξης, η εξέτασή του από το Συμβούλιο της Επικρατείας, προς διασφάλιση της ορθότητας και της ενότητας της νομολογίας, περί της ερμηνείας και της εφαρμογής της ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης (βλ. ΣτΕ 167-169/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 3076/2017, 175/2018, 664/2018, 951/2018 επταμ.).
3. Επειδή, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα αίτηση είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ, σε σχέση με καθένα από τα δύο πρόσωπα που έχουν ασκήσει την αίτηση αυτή.
4. Επειδή, το άρθρο 4 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α’ 8) Έβδομου Πρόσθετου Πρωτόκολλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 175/2018, 951/2018 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, η δεύτερη διαδικασία πρέπει να αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την πρώτη, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κύρωσης (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., με παραπομπή στην απόφαση ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 10.2.2009, 14939/03, Zolotukhin κατά Ρωσίας, σκέψη 84 και στην απόφαση ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 34-38). Όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 1778/2017, 3174/2017, 284/2018, 951/2018 επταμ. κ.ά.), ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος της 30.4.2015, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 και Α και Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική/ τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία, η απαγόρευση δε αυτή συνάδει προς το Σύνταγμα (άρθρο 26 και 94 παρ. 1). Ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο έχουν και οι διατάξεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., με παραπομπή στην απόφαση ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 60-62), λαμβανομένου υπόψη ότι η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή διοικητικού προστίμου ποινικού χαρακτήρα για παράβαση της φορολογικής ή τελωνειακής νομοθεσίας βαίνει, καταρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού της καταπολέμησης της δασμοφοροδιαφυγής και της είσπραξης των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., η οποία παραπέμπει στην απόφαση ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, ECLI:EU:C:2018:192, σκέψεις 33-34 και 41-45, σε συνδυασμό με την απόφαση ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 41, 46 και 52), είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., με παραπομπή στην απόφαση ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA και άλλοι, ECLI:EU:C:2018:193, σκέψεις 48 και 57-59, σε συνδυασμό με την απόφαση ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 41, 46 και 52).
5. Επειδή, με την από 30.4.2015 απόφαση του επί των προσφυγών Καπετάνιου, Αγγλούπα και Νικολόπουλου κατά Ελλάδας (προσφυγές υπ’ αριθμ. 3453/12, 9028/13 και 42941/12, αντίστοιχα) το ΕΔΔΑ, αφού απέκρουσε ρητώς την επιχειρηματολογία που διατυπώθηκε στην 2067/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, διαπίστωσε, τελικά, παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ στις κριθείσες υποθέσεις, στις οποίες είχαν απορριφθεί τα ένδικα βοηθήματα και μέσα των προσφευγόντων σε σχέση με διοικητικές πράξεις περί καταλογισμού σε βάρος τους διοικητικής χρηματικής κύρωσης (υψηλού πολλαπλού τέλους) για διάπραξη τελωνειακής (διοικητικής) παράβασης λαθρεμπορίας, μολονότι αυτοί είχαν απαλλαγεί, με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, της κατηγορίας τέλεσης του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος λαθρεμπορίας. Από τις σκέψεις 61 έως 75 της εν λόγω απόφασης συνάγεται με σαφήνεια ερμηνευτική κρίση του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται (τουλάχιστον κατ’ αρχήν) στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο πολλαπλού τέλους, μεγάλου ποσού (όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση), για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία εναντίον του ίδιου προσώπου, λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότερες οι διαδικασίες έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την ΕΣΔΑ, βάσει των κριτηρίων Engel (βλ. ΣτΕ 2987/2017 επταμ.).
6. Επειδή, η προβλεπόμενη από τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (βλ. τις παρατιθέμενες στην επόμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 2 και 161 του εν λόγω Κώδικα) αστική συνευθύνη ανώνυμης εταιρείας για την καταβολή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας που καταλογίζονται σε νόμιμο εκπρόσωπό της, λόγω δόλιας συμμετοχής του σε τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας, έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τον εν λόγω καταλογισμό, υπό την έννοια ότι στηρίζεται σε αυτόν και τον προϋποθέτει, σύμφωνα με το νόμο (πρβλ. ΣτΕ 1366/2017 επταμ.). Συνεπώς, σε περίπτωση, όπως η παρούσα, στην οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας και η εταιρεία ασκούν από κοινού αίτηση αναίρεσης κατά δικαστικής απόφασης απορριπτικής είτε κοινής προσφυγής τους είτε χωριστών προσφυγών τους κατά πράξης με την οποία, αφενός, καταλογίσθηκαν πολλαπλά τέλη στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας (και αυτός κηρύχθηκε αλληλέγγυα υπόχρεος για την καταβολή του συνολικού ποσού πολλαπλών τελών που καταλογίσθηκαν στους υπαίτιους της λαθρεμπορίας) και, αφετέρου, η εταιρεία κηρύχθηκε συνυπεύθυνη για την πληρωμή της αντίστοιχης οφειλής του νομίμου εκπροσώπου της, η αποδοχή λόγου αναίρεσης προβαλλόμενου από το φυσικό πρόσωπο κατά κρίσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, όσον αφορά τον καταλογισμό σε βάρος του πολλαπλών τελών (και της προαναφερόμενης αλληλέγγυας ευθύνης) άγει σε αναίρεση και της συναφούς, παρακολουθηματικού χαρακτήρα (στηριζόμενης στην προαναφερόμενη κρίση), σκέψης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί της νομιμότητας της ανωτέρω συνευθύνης της εταιρείας, κατ’ αποδοχή του προβαλλόμενου από αυτήν λόγου ότι, συνεπεία της μη νόμιμης επιβολής των πολλαπλών τελών στο νόμιμο εκπρόσωπό της, είναι μη νόμιμη και η ευθύνη της για την πληρωμή των αντίστοιχων ποσών, χωρίς να απαιτείται, για το παραδεκτό του τελευταίου λόγου, να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (πρβλ. ΣτΕ 89/2018, 2317/2017, 863/2017, 4187/2015, 3628/2014 επταμ.). Πάντως, η εταιρεία η οποία κηρύχθηκε συνυπεύθυνη για την καταβολή των πολλαπλών τελών που καταλογίσθηκαν στο νόμιμο εκπρόσωπό της δεν έχει ίδιο δικαίωμα (και άμεσο έννομο συμφέρον) να προβάλει παραβίαση της αρχής ne bis in idem, λόγω της (αμετάκλητης περάτωσης της) αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας για λαθρεμπορία σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της [πρβλ. ΕΔΔΑ (decision) 25.10.2018, 3714/16, Αιγαίον Όϊλ κατά Ελλάδας, σκέψεις 48-49].
7. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και κρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (σκέψεις 3 έως 8, 12, 22, 23, 24, 27, 28, 29, 30, 33 και 34) : “3. Επειδή, στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (Ε.Τ.Κ. – ν. 2960/2001, Α’ 265) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: άρθρο 53 «Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα.». Άρθρο 54 […] . Άρθρο 55 […] Άρθρο 56 παρ. 1 […] Άρθρο 94 […] Και άρθρο 118 παρ. 5 «Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.».
4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 142 του Ε.Τ.Κ. ορίζεται ότι: «1. … 2. Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. [.]». Στο δε άρθρο 155 παρ. 1 και 2 ορίζεται ότι: «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο. β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) … ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. η) …». Ακόμη, στο άρθρο 150 παρ. 1, 2 και 3, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 παρ. 57 του ν. 3583/2007 (Α’ 142), ορίζεται ότι: «1. Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της τελωνειακής παράβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα και ανάλογα με τον βαθμό της συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επομένων του παρόντα Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν και σε περίπτωση υποτροπής, το πενταπλάσιο . Οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα και τις συναφείς Εθνικές Διατάξεις περί γένεσης της τελωνειακής οφειλής. […] 3. Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, το βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. .». Στο άρθρο 152 παρ. [.] 2 [.], όπως [.] το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 του [ν. 3583/2007], ορίζεται ότι: «[.] 2. Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, περί αστικής ευθύνης, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβασης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης. [.]». Τέλος, στο άρθρο 161 ορίζεται ότι: «Το Ποινικό Δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία για λαθρεμπορία δύναται, με την καταδικαστική απόφασή του, να κηρύξει αλληλέγγυα συνυπεύθυνο αστικά μετά του καταδικασθέντος για πληρωμή της καταγνωσθείσας χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, με αίτηση δε του ως πολιτικώς ενάγοντα παριστάμενου Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της επιδικασθείσας σε αυτό απαίτησης, τον κύριο ή τον παραλήπτη των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, και όταν ακόμα αυτός δεν έχει ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπορία, όταν ο καταδικασθείς ενήργησε επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιάφορα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη προς αυτά νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης λαθρεμπορίας».
5. Επειδή, στην παράγραφο 5 του ως άνω άρθρου 150 του Ε.Τ.Κ. ορίζεται ότι «Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί.». Ενόψει του νομοθετικού αυτού καθεστώτος, καθώς το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι «στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει.. » και στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι «στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι», γίνεται παγίως και ανεξαιρέτως δεκτό ότι επί λαθρεμπορίας το Σύνταγμα ανέθεσε, λόγω εξειδικεύσεως, την επίλυση των μεν διαφορών από πράξεις της τελωνειακής αρχής στα διοικητικά δικαστήρια, των δε ποινικών στα ποινικά. Ελλείψει, μάλιστα, διατάξεως αντίστοιχης του άρθρου 94 παρ. 3, που κατ’ εξαίρεση επιτρέπει σε ειδικές περιπτώσεις να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών στα πολιτικά, η εν λόγω υπαγωγή των επίμαχων διαφορών στα διοικητικά και ποινικά δικαστήρια αντίστοιχα είναι αποκλειστική. Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, υπό τον τίτλο «Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων», ορίζεται ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη» (Σ.τ.Ε. 2067/2011 7μ., 4161/2012 7μ.).
6. Επειδή, όπως γίνεται παγίως δεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 990/2004 Ολομ., 2067/2011 7μ., 4161/2012 7μ., 114/2014, 671/2013, 2438, 647, 62/2012), οι μνημονευθείσες διατάξεις του Ε.Τ.Κ. και του Κ.Δ.Δ., σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, έχουν την έννοια ότι η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υποθέσεως επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να την συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του.
7. Επειδή, περαιτέρω, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 2 ότι [.].
8. Επειδή, όπως επίσης έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 62/2012 7μελ., 2067/2011 7μελ.), το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974 – Α’ 256 και ν. 1705/1987 – Α’89), με το οποίο κατοχυρώνεται η αρχή ne bis in idem (βλ. και αντίστοιχη ρύθμιση στο άρθρο 50 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) δεν έχει πεδίο εφαρμογής επί συνταγματικώς προβλεπομένων παραλλήλων και αυτοτελών δικαιοδοσιών (πρβλ. και ΕΔΑΔ της 6.12.2007, Γιαννετάκη Ε. και Σ. Μεταφορική ΕΠΕ κ.λπ. κατά Ελλάδος, σκ. 36 και της 11.5.2010, επί του παραδεκτού, Antoine Versini κατά Γαλλίας, 11898/00, σκ. 39-40, 49, 52, 57, 71-72) […]. […]
12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: [.] Η Τελωνειακή Αρχή, αφού έλαβε υπόψη τα ανωτέρω, το με αριθμό 3976/9-10-2007 έγγραφο της ΥΠ.Ε.Ε., καθώς και το με αριθ. 441/2006/16-5-2006 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Φλώρινας περί ασκήσεως ποινικής διώξεως για μεγάλης έκτασης λαθρεμπορία τσιγάρων σε βάρος του προσφεύγοντος, ως διευθύνοντος συμβούλου της «…», καθώς και των …, έκρινε ότι διαπράχθηκε λαθρεμπορία τσιγάρων, με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής, από μία πολυάριθμη οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα που σχετίζονται με την αποστολή, τη μεταφορά και το εμπόρευμα και τελωνειακοί υπάλληλοι (που βεβαίωσαν ψευδώς στα οικεία τελωνειακά έγγραφα ότι τα τσιγάρα εξήλθαν κανονικά από το Τελωνείο Νίκης στην Π.Γ.Δ.Μ.), με προεκτάσεις σε αλλοδαπές χώρες και η οποία είχε διαμορφώσει μία πολύπλοκη δομή για τη μεταφορά, απόκρυψη και διάθεση του λαθρεμπορεύματος, με τη χρησιμοποίηση αλλοδαπών οδηγών, μεταφορικών οχημάτων και αποθηκευτικών χώρων, με σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτου οφέλους και αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στο Ελληνικό Δημόσιο από τη διαφυγή των οφειλόμενων φόρων (ε.φ.κ. και φ.π.α.). Εξάλλου, σύμφωνα με το με αρ. …/9-3-2007 έγγραφο του Τελωνείου Καλαμάτας, οι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που αναλογούν στις αναφερόμενες ως μη εξαχθείσες ποσότητες τσιγάρων και που αποστερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται για τις [πέντε επίδικες] διασαφήσεις εξαγωγής [υπ’ αριθμ. …] στα ποσά των 771.150,25, 1.312.228,50, 771.150,25, 952.479,66, 874.309,77 ευρώ, οι οποίοι και βεβαιώθηκαν στο όνομα της προσφεύγουσας. Στο μεταξύ, ο … απεβίωσε στις 19-1-2006, οπότε δεν έγινε καταλογισμός εις βάρος του. Κατόπιν και κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, των διατάξεων των άρθρων 53 και επ., 142, 150, 152, 161 και 162 του Ε.Τ.Κ., εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου Νίκης, με την οποία α) οι πράξεις των φερόμενων ως εικονικών εξαγωγών, για τις οποίες κατατέθηκαν οι … ΕΔΕ [διασαφήσεις εξαγωγής], χαρακτηρίσθηκαν ως τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 155 παρ. 1 (περ. β’) και 2 (περ. ζ’) του Ε.Τ.Κ., β) κηρύχθηκαν ως υπαίτιοι τέλεσής τους για όλες τις περιπτώσεις ο προσφεύγων (ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της «….»), οι …, ο δε … για τις τέσσερις πρώτες και ο .. για την τελευταία, οι οποίοι από κοινού προέβησαν στις πιο πάνω ενέργειες με σκοπό και αποτέλεσμα να αποστερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τους πιο πάνω εισπρακτέους φόρους, γ) ορίστηκαν τα επιβλητέα πολλαπλά τέλη στο τριπλάσιο των διαφυγόντων φόρων, κατ’ άρθρο 150 παρ. 1 του Ε.Τ.Κ. και, συγκεκριμένα, στα ποσά των 2.313.450,75 (771.150,25 Χ 3), 3.936.685,50 (1.312.228,50 Χ 3), 2.313.450,75 (771.150,25 Χ 3), 2.857.438,98 (952.479,66 Χ 3) και 2.622.929,31 (874.309,77 Χ 3) ευρώ αντίστοιχα, πλέον τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α. σε ποσοστό 2,4% και δ) ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής καθενός από τους φερόμενους ως συνυπαίτιους τέλεσης των πέντε παραβάσεων, επιμερίστηκαν τα ανωτέρω συνολικώς καταλογισθέντα ποσά, κατά τα αναφερόμενα αναλυτικά στην πράξη. Στον προσφεύγοντα ειδικότερα καταλογίστηκαν, μετά από επιμερισμό, πολλαπλά τέλη ύψους 694.035,25, 1.181.005,65, 694.035,25, 857.231,68 και 786.878,79 ευρώ αντίστοιχα, πλέον τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α. σε ποσοστό 2,4%, κηρύχθηκε δε αλληλεγγύως συνυπεύθυνος στην καταβολή των συνολικώς επιβληθέντων με την ίδια πράξη πολλαπλών τελών, ύψους 14.043.955,29 ευρώ, καθώς και των τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., ύψους 337.054,92 ευρώ. Εξάλλου, η προσφεύγουσα εταιρεία κηρύχθηκε αστικά συνυπεύθυνη για την πληρωμή των παραπάνω ποσών που επιβλήθηκαν στο νόμιμο εκπρόσωπό της. Ο καταλογισμός στον … έγινε με την αιτιολογία ότι αποτελούσε το συνδετικό κρίκο μεταξύ της «…» και της «…», γιατί είναι το πρόσωπο που έδινε τηλεφωνικά τις παραγγελίες για τις αγορές τσιγάρων για λογαριασμό της σκοπιανής εταιρείας, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες στις τέσσερις διασαφήσεις και που καλύπτει, προς οικονομικό όφελος, τους αδελφούς …, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τον ίδιο ως παρένθετο πρόσωπο και τις συζύγους τους ως «κάλυψη» με τη συμμετοχή τους στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της «…Ε.Π.Ε.», είναι ουσιαστικά οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της εταιρείας αυτής, στην οποία εμφανιζόταν αυτός τυπικά ως διαχειριστής, στην πραγματικότητα, όμως, βοηθούσε στη διάπραξη των λαθρεμποριών, ενώ η εταιρεία λειτουργούσε ως «βιτρίνα» για τις λαθρεμπορικές δραστηριότητες των υποκρυπτόμενων προσώπων. Σε ότι αφορά τον …, ο καταλογισμός έγινε γιατί κρίθηκε ότι τα ποσά που είχε καταθέσει στο λογαριασμό της «…» προέρχονταν στην πραγματικότητα από λαθρεμπορικές πράξεις, που διενεργήθηκαν στο εσωτερικό της χώρας, αφού δεν έγιναν ποτέ οι εξαγωγές των τσιγάρων. Και τούτο διότι, παρόλο που είναι κάτοικος Σόφιας, δεν χρησιμοποιούσε για τη διεκπεραίωση των παραγγελιών του το γραφείο της καπνοβιομηχανίας στη Σόφια, καθώς και διότι, αντί της ασφαλούς διατραπεζικής συναλλαγής, προτιμούσε να μεταφέρει τα χρήματα (ιδιαίτερα μεγάλα ποσά) από τη Βουλγαρία και να τα καταθέτει στην Τράπεζα Πειραιώς, πρακτική που ενείχε μεγάλους κινδύνους. Όσον αφορά τον προσφεύγοντα, θεωρήθηκε ότι συμμετείχε στην αποδιδόμενη λαθρεμπορία, με την εξής κατά βάση αιτιολογία […]
22. Επειδή, εξάλλου, ο προσφεύγων προβάλλει […] με τους πρόσθετους λόγους, ότι ήδη με την 19/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας (Εφ.Κ.Δ.Μ.) έχει αθωωθεί αμετάκλητα για το αδίκημα της λαθρεμπορίας και, επομένως, ότι α) η κρίση αυτή δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, β) εν προκειμένω εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 της ΕΣΔΑ, με την πρώτη από τις οποίες κατοχυρώνεται το «τεκμήριο αθωότητας», το οποίο κατά το ΕΔΔΑ παραβιάζεται, όταν μια δικαστική απόφαση που αφορά έναν κατηγορούμενο αντανακλά την αίσθηση ότι είναι ένοχος, αν και η ενοχή του δεν αποδείχθηκε νομίμως, οπότε το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να αντικρούσει όλους τους υπέρ αυτού ισχυρισμούς που δέχθηκε το ποινικό δικαστήριο, με τη δεύτερη δε (κατοχυρώνεται) η αρχή ne bis in idem, οπότε το Δικαστήριο θα σφάλει, αν θεωρήσει ορθή την επιβολή πολλαπλών τελών, αφού για την ίδια υπόθεση αθωώθηκε βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών και γ) η τελευταία αρχή κατοχυρώνεται και στο άρθρο 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Συναφώς, υποστηρίζει, επικαλούμενος σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, ότι η επίδικη λαθρεμπορία και τα επιβληθέντα εις βάρος του πολλαπλά τέλη αποτελούν κύρωση για τις παραβάσεις, για τις οποίες αθωώθηκε αμετάκλητα και στην ουσία (αποτελούν) δεύτερη κατηγορία ποινικής φύσεως, διότι πρόκειται για κύρωση ιδιαίτερα αυστηρή, οπότε η σώρευση αυτής της κύρωσης (πολλαπλά τέλη) που επιβάλλεται ως διοικητική, αλλά, λόγω του συγκεκριμένου ύψους των επιβληθέντων πολλαπλών τελών, έχει ποινικό χαρακτήρα, και μιας ποινικής δίωξης σε βαθμό κακουργήματος, όπως ήταν η επαπειλούμενη εις βάρος του ποινή της πολυετούς καθείρξεως, συνιστά παραβίαση της ως άνω αρχής, καθώς και μία από τις δύο κυρώσεις να ισχύσει, αυτή είναι απολύτως αποτελεσματική, ανάλογη των παραβάσεων και αποτρεπτική, εφόσον δε αθωώθηκε, δεν πρέπει να του επιβληθούν πολλαπλά τέλη για το ίδιο αδίκημα.
23. Επειδή, με την προαναφερόμενη απόφαση, πλην άλλων, ο προσφεύγων κρίθηκε ομόφωνα αθώος για τις πράξεις «Ηθική αυτουργία στις ψευδείς βεβαιώσεις και Λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση …» που του είχαν αποδοθεί ως νόμιμο εκπρόσωπο της «…», σύμφωνα δε με το …/22-4-2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου μέχρι 21-4-2010 δεν ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναίρεση κατ’ αυτής της απόφασης, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής στις 17-3-2010 (σχ. 1 και 2). Συνεπώς, η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη κατά το μέρος που αφορά τον προσφεύγοντα (άρθρα 486 παρ. 2 και 505 παρ. 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 483 παρ. 3 και 479 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).
24. Επειδή, ενόψει όσων εκτέθηκαν στις σκέψεις 5 έως 8, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από την 19/2009 αμετάκλητη αθωωτική για τον προσφεύγοντα απόφαση, αλλά υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει προς διαμόρφωση της κρίσεώς του. Ως εκ τούτου, οι ως άνω προβαλλόμενοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, α) διότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ, δοθέντος ότι καταλογίζεται στον προσφεύγοντα μία μόνο παράβαση, η κατά τις ως άνω διατάξεις του ελληνικού δικαίου λαθρεμπορία, η οποία υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, ελεγχόμενο από τον ποινικό δικαστή και διοικητική παράβαση, ελεγχόμενη από το διοικητικό, αλλά έχει υποχρέωση να κρίνει την διοικητική διαφορά της λαθρεμπορίας που του έχει ανατεθεί από το Σύνταγμα. β) Συναφώς, ενόψει του ότι τα άρθρα 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 50 του ΧΘΔ της Ένωσης, με τα οποία κατοχυρώνεται η αρχή ne bis in idem δεν έχουν εφαρμογή σε δικαιοδοσίες που προβλέπονται από το Σύνταγμα παράλληλα και αυτοτελώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως του καθιερούμενου από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητας, αν το Δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετική κρίση (καταδικαστική), παρά την πιο πάνω απαλλακτική κρίση του ποινικού δικαστηρίου. Κατ’ ακολουθίαν, τα προβαλλόμενα περί του ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του θεσπιζόμενου με το εν λόγω άρθρο τεκμηρίου αθωότητας η Τελωνειακή Αρχή στήριξε την κρίση της σε στοιχεία του διοικητικού φακέλου, που κρίθηκαν ανεπαρκή και εσφαλμένα από το ποινικό δικαστήριο με την πιο πάνω απόφαση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Άλλωστε, όπως προλέχθηκε, το Δικαστήριο αυτό, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του, οφείλει να συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως και αυτά που προσκομίζονται από τους προσφεύγοντες ενώπιόν του, συμπληρωματικά προς όσα είχαν υποστηριχθεί στο ποινικό δικαστήριο. […]
27. Επειδή, με την προαναφερόμενη 19/2009 απόφαση [στο εξής η αναφορά θα γίνεται σε αυτήν την απόφαση, με παραπομπή σε φύλλα – φ.] η … κηρύχθηκε ένοχη για τις πράξεις «Ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμό αθέμιτου οφέλους και παράνομης βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου .» και «Άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα», ο προσφεύγων κρίθηκε ομόφωνα αθώος για τις πράξεις «Ηθική αυτουργία στις παραπάνω ψευδείς βεβαιώσεις και Λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση …», οι δε … κηρύχθηκαν αθώοι κατά πλειοψηφία για τις ίδιες τελευταίες πράξεις και η … κηρύχθηκε αθώα για άμεση συνέργεια στην παραπάνω λαθρεμπορία. Η απόφαση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, κατέστη αμετάκλητη κατά το μέρος που αφορά τον προσφεύγοντα. Εξάλλου, η ίδια απόφαση επικυρώθηκε με την 37/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφ.Κ.Δ.Μ. (η οποία προσκομίζεται), ως προς την ενοχή της … και ως προς την αθώωση των λοιπών, διότι απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έφεση της πρώτης και ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, η έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτ. Μακεδονίας κατά του αθωωτικού σκέλους της και κατά το μέρος που αφορά τρεις από τους λοιπούς κατηγορουμένους, τους …. Η τελεσίδικη αυτή απόφαση κατέστη αμετάκλητη κατά το μέρος που αφορά την ενοχή της …, διότι με την προσκομιζόμενη από την Τελωνειακή Αρχή 203/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η σχετική αίτηση αναιρέσεως αυτής. Σύμφωνα με τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης […]
28. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις 5 και 6, το Δικαστήριο δεσμεύεται ως προς της ενοχή του δράστη που κηρύχθηκε με την αμετάκλητη αυτή καταδικαστική απόφαση, ότι δηλαδή η … διέπραξε τα ως άνω αδικήματα. Με τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των επίμαχων λαθρεμποριών, ότι δηλαδή οι αναφερόμενες στις πέντε διασαφήσεις εξαγωγής και τα αντίστοιχα Σ.Δ.Ε. του Τελωνείου Καλαμάτας ποσότητες τσιγάρων, οι οποίες πωλήθηκαν και αποστάλθηκαν από την καπνοβιομηχανία «…» σε τρίτη χώρα, για λογαριασμό των εταιρειών “…” και “…”, και λόγω της εξαγωγής τους τελούσαν σε καθεστώς αναστολής επιβολής του ε.φ.κ. και οι οποίες μεταφορτώθηκαν κανονικά στο Ζ’ Τελωνείο Θεσσαλονίκης στα αλλοδαπά φορτηγά αυτοκίνητα με προορισμό την έξοδό τους από το Τελωνείο Νίκης στην Π.Γ.Δ.Μ. δεν εξήλθαν στην πραγματικότητα από την Ελλάδα, αλλά με το προαναφερόμενο τέχνασμα των εικονικών εξαγωγών παρέμειναν λαθραία σε έδαφος της Ε.Έ. και διατέθηκαν στην ανάλωση, προς πορισμό αθέμιτου οφέλους, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες φόροι.
29. Επειδή, κατά την 19/2009 απόφαση, ο προσφεύγων κηρύχθηκε αθώος με τη σκέψη ότι «ουδεμία εμπλοκή του προέκυψε στην διαδικασία πραγμάτωσης των επίμαχων λαθρεμποριών … [.]
30. Επειδή, ως προς την αποδιδόμενη συμμετοχή του προσφεύγοντος στις επίδικες λαθρεμπορίες, το Δικαστήριο, βάσει όλων όσων παρατέθηκαν, λαμβάνει υπόψη κυρίως ότι [.]. Με τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσφεύγων υπέπεσε στις πέντε λαθρεμπορικές παραβάσεις, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 155 παρ. 1 εδάφιο β’ του Ε.Τ.Κ., ο δε λόγος της προσφυγής ότι μη νόμιμα του καταλογίζεται λαθρεμπορία κατά το εδάφιο ζ’ της πιο πάνω παραγράφου 1, καθώς η λαθρεμπορία (αν υφίσταται) τελέστηκε όταν τα τσιγάρα περιήλθαν στην κατοχή τρίτων με τη νόμιμη διαδικασία εκ μέρους της προσφεύγουσας και αφού είχαν εκφύγει από τον έλεγχο και την ευθύνη της, ενόψει των ως άνω παραδοχών, πρέπει να απορριφθεί […].
33. Επειδή, τέλος, ενόψει των παραπάνω, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην 4η σκέψη διατάξεις του άρθρου 161 του Ε.Τ.Κ., νόμιμα η προσφεύγουσα εταιρεία κηρύχθηκε αστικά συνυπεύθυνη στην καταβολή των παραπάνω ποσών που επιβλήθηκαν σε βάρος του υπαίτιου προσφεύγοντος, νομίμου εκπροσώπου της.
34. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, οι κρινόμενες προσφυγές πρέπει να απορριφθούν […]”.
8. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας, σε σχέση με τον καταλογισμό σε βάρος του πολλαπλών τελών (καθώς και αλληλέγγυας ευθύνης για την πληρωμή του συνολικά καταλογισθέντος στους συνυπαίτιους ποσού πολλαπλών τελών), λόγω συμμετοχής του στις ένδικες λαθρεμπορικές παραβάσεις, ότι δεν δεσμεύεται από την προαναφερόμενη αμετάκλητη, αθωωτική για τον ίδιο, 19/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ και μη νομίμως απέρριψε τον αντίστοιχο (πρόσθετο) λόγο προσφυγής. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ άλλων, προς την απόφαση Καπετάνιος και λοιποί του ΕΔΔΑ. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος, δοθέντος ότι η επίμαχη ερμηνευτική κρίση του Διοικητικού Εφετείου για το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ [ότι, δηλαδή, ο εν λόγω κανόνας της ΕΣΔΑ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων εθνικής νομοθεσίας, όπως εκείνων των άρθρων 150 (παρ. 1 και 5) του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και 5 (παρ. 2) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από τις οποίες προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία και δίκη περί της επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο χρηματικής κύρωσης για διοικητική παράβαση λαθρεμπορίας/φοροδιαφυγής είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία έναντι του ίδιου προσώπου, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, με συνέπεια να εξακολουθεί και να μην επηρεάζεται από την αμετάκλητη περάτωση, με αθωωτική απόφαση, της οικείας ποινικής διαδικασίας] έρχεται, καταρχήν, σε αντίθεση με την προεκτεθείσα ερμηνεία της ίδιας διάταξης της ΕΣΔΑ στην απόφαση Καπετάνιος και λοιποί του ΕΔΔΑ (βλ. ανωτέρω, σκέψη 5). Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς (πρβλ. ΣτΕ 2987/2017 επταμ., 664/2018 κ.ά.). Περαιτέρω, είναι και βάσιμος, διότι η προαναφερόμενη κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4. Συνεπώς, κατά τα παραδεκτώς (βλ. ανωτέρω σκέψη 6) και βασίμως προβαλλόμενα από την αναιρεσείουσα εταιρεία δεν είναι νόμιμη και η περαιτέρω (παρακολουθηματικού χαρακτήρα) κρίση του Διοικητικού Εφετείου περί της νομιμότητας της κήρυξης της εταιρείας αυτής ως αστικά συνυπεύθυνης για την καταβολή των παραπάνω ποσών πολλαπλών τελών που επιβλήθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος …, ως νομίμου εκπροσώπου της. Τούτων έπεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Δεδομένου, δε, ότι η υπόθεση δεν χρήζει διευκρίνισης κατά το οικείο πραγματικό της [συμπεριλαμβανομένου του στοιχείου της περάτωσης, με αμετάκλητη απόφαση, της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας σε βάρος του αναιρεσείοντος, καθώς και του στοιχείου της απαλλαγής του από την ποινική κατηγορία της λαθρεμπορίας σε σχέση με την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (αναγόμενη στις ίδιες πέντε διασαφήσεις εξαγωγής) στην οποία αφορά και η επίδικη πράξη περί επιβολής πολλαπλών τελών σε βάρος του], το Δικαστήριο τη διακρατεί, δικάζει και, για τον ανωτέρω λόγο, δέχεται την προσφυγή του αναιρεσείοντος και, συνακόλουθα, και την προσφυγή της αναιρεσείουσας εταιρείας (λαμβανομένου υπόψη ότι η εταιρεία αυτή κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνη μόνο για την οφειλή του …, όχι και για την οφειλή κάποιου από τα λοιπά φυσικά πρόσωπα στα οποία καταλογίσθηκαν οι επίμαχες παραβάσεις) και ακυρώνει την …/31.3.2008 πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου Νίκης, κατά το μέρος της με το οποίο (α) καταλογίσθηκαν σε βάρος του …, ως συνυπαίτιου διάπραξης πέντε τελωνειακών λαθρεμπορικών παραβάσεων, μετά από επιμερισμό, πολλαπλά τέλη, συνολικού ύψους 4.213.186,62 ευρώ, καθώς και τέλη χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., συνολικού ύψους 101.116,49 ευρώ (αναλογικά τέλη σε ποσοστό 2,4% επί του ανωτέρω ποσού πολλαπλών τελών) και αυτός κηρύχθηκε αλληλεγγύως συνυπεύθυνος στην καταβολή των συνολικώς επιβληθέντων με την ανωτέρω πράξη πολλαπλών τελών, ύψους 14.043.955,29 ευρώ, καθώς και (αναλογικών) τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., ύψους 337.054,92 ευρώ και (β) η εταιρεία … κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή των πιο πάνω συνολικώς καταλογισθέντων στον … πολλαπλών τελών και λοιπών βαρών. Τέλος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων κρίνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσειόντων για την άσκηση και την εκδίκαση των προσφυγών τους (άρ. 275 παρ. 1 εδαφ. ε’ ΚΔΔ).
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την απόφαση 1160/2015 του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διακρατεί την υπόθεση, δικάζει και δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. …/31.3.2008 πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου Νίκης, κατά το μέρος της με το οποίο (α) καταλογίσθηκαν σε βάρος του …. πέντε τελωνειακών λαθρεμπορικών παραβάσεων, μετά από επιμερισμό, πολλαπλά τέλη, συνολικού ύψους 4.213.186,62 ευρώ, καθώς και τέλη χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., συνολικού ύψους 101.116,49 ευρώ και αυτός κηρύχθηκε αλληλεγγύως συνυπεύθυνος στην καταβολή των συνολικώς επιβληθέντων με την ανωτέρω πράξη πολλαπλών τελών, ύψους 14.043.955,29 ευρώ, καθώς και τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., ύψους 337.054,92 ευρώ και (β) η εταιρεία …. κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνη για την πληρωμή των πιο πάνω συνολικώς καταλογισθέντων στον … πολλαπλών τελών και λοιπών βαρών.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες των ποσών παραβόλου που αυτοί κατέβαλαν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και των προσφυγών τους.
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων για την αναιρετική δίκη, η οποία ανέρχεται, συνολικά, σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Απαλλάσσει το Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων για την άσκηση και την εκδίκαση των προσφυγών τους.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2018 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης του ιδίου μήνα και έτους.
Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος Η Γραμματέας
Ε. Σάρπ Α. Ζυγουρίτσα

ThanasisΣτΕ 2346-2018